Prvních 200 řádků.
Στούντιο Μαξίμ Γκόρκι Μόσχα 1958
Ο ΗΡΕΜΟΣ ΝΤΟΝ ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Από την ομώνυμη νουβέλα του Μιχαήλ Σολόχοφ
Σενάριο - Σκηνοθεσία Σεργκέι Γκεράσιμοφ
Διεύθυνση Φωτογραφίας Βλάντιμιρ Ραποπόρτ
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Μπ. Ντουλένκοφ
Μουσική: Γ. Λεβίτιν
Πρωταγωνιστούν:
Παντελέι Προκόφιεβιτς Μελένκοφ - Ντ. Ιλτσένκο
Ιλινίτσνα - Α. Φιλίπποβα Γκριγκόρι - Π. Γκλέμποφ
Ντάρια - Λ. Κιτάεβα Ντουνιάσκα - Ν. Αρκανγκέλσκαγια
Αξίνια - Ε. Μποϊστριτσκάγια Νατάλια - Ζ. Κιριγιένκο
Μίτκα Κορσούνοφ - Μπ. Νοβίκοφ Μιχαήλ Κοβέσοφ - Γ. Καριάκιν
Γιεβγκένι Λιστνίτσκι - Ι. Ντμιτρίεφ
Στόκμαν - Β. Σατουνόφσκι Κοτλιάροφ - Α. Τιτόφ
Προκόρ Ζίκοφ - Β. Ζακαρτσένκο Φομίν - Β. Μπουμπνόφ
Ο ΗΡΕΜΟΣ ΝΤΟΝ
- Γιατί δεν μιλάς; - Για ποιο πράγμα να μιλήσουμε;
Για τα μεθύσια και τις τσούλες σου.
Ώστε τα'μαθες;
Όλο το χωριό τα ξέρει. Υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε.
Αφού ξέρεις, γιατί ρωτάς;
- Ώστε λοιπόν συνεχίζεις; - Άσε με, Νατάλια.
Ανάθεμά σε κολασμένε! Γιατί με βασανίζεις πάλι;
Δεν νιώθεις ντροπή όταν κοιτάς τα παιδιά σου στα μάτια;
Μην ακούς τα κουτσομπολιά.
Ναι, σ'έχω αδικήσει λίγο.
Η ζωή μας σπρώχνει σε λάθη, Νατάλια.
Περπατάμε στο χείλος του θανάτου.
Μερικές φορές ο άνθρωπος τα χάνει.
Έπεσα ακόμα και στο ποτό.
Πρόσφατα έκανα κάποιες σκέψεις.
Η ζωή είναι άδικη. Μπορεί να φταίω κι εγώ.
Έπρεπε να τα βρούμε με τους Κόκκινους ενάντια στους Δόκιμους. Αλλά πώς;
Τώρα, ποιος θα κανονίσει τις διαφορές ανάμεσα σ'εμάς και τα Σοβιέτ;
Όλα είναι μπερδεμένα στο μυαλό μου, Νατάλια.
Σταμάτα να ρίχνεις στάχτη στα μάτια μου.
Ήσουν ένα γουρούνι και τώρα τα ρίχνεις στον πόλεμο.
Δεν έχω υποφέρει αρκετά για λογαριασμό σου;
Μακάρι να πέθαινα τότε.
Να σε βοηθήσω, Γκρίσα;
Δεν θέλω τη βοήθεια κανενός.
Ω, Γκριγκόρι Παντελέγιεβιτς, είσαι σκληρός με την καημένη τη χήρα.
Ποτέ δε μου χάρισες ένα χαμόγελο, ένα γνέψιμο.
- Δεν πας καλύτερα να μαγειρέψεις; - Για ποιον;
Τότε βοήθα την Νατάλια. Ο Μισάτκα τριγυρνά μες στη βρομιά.
Αυτό μου'λειπε! Εσείς θα τα κάνετε κι εγώ θα τα πλένω;
Η Νατάλια είναι καρπερή σα σκύλα, θα κάνει καμιά δωδεκάδα ακόμα.
Θα μου πέσουν τα χέρια να τα πλένω όλα.
Πάρε δρόμο.
Γκριγκόρι Παντελέγιεβιτς, είσαι ο μόνος Κοζάκος που έμεινε εδώ.
Μη με διώχνεις, άσε με να καμαρώνω από μακρυά το δελεαστικό σου μαύρο μουστάκι.
Τι διάολο γυναίκα είσαι; Πώς σε άντεχε ο Πιότρ;
- Δεν σου ξεφεύγει άντρας. - Το πέτυχες, δεν μου ξεφεύγει.
Ξέρεις, Γκρίσα, τα κοριτσάκια μου λένε:
"Είναι άδικο. Δεν έμειναν άλλοι Κοζάκοι κι ο Γκρίσα εκεί, κολλημένος στη γυναίκα του.
Έμεινε ο μισός απ' ό,τι ήταν.
Όμως θα ήμουν ευτυχισμένη αν άγγιζα έστω κι αυτό το μισό."
Κι εγώ τους λέω: "Όχι κορίτσια, ο Γκρίσα φαίνεται μισός, όταν είναι με άλλους,
αλλά στο σπίτι κολλάει στην φούστα της Νατάλια.
Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει ένας άγιος."
Τι σκύλα! Είσαι πραγματική κουτσομπόλα!
Έτσι είμαι εγώ.
Αλλά αν ήσουν δικός μου, θα ρουφούσα όλη σου την παλικαριά.
Καλημέρα, αγαπητή μου Αξίνια.
Καλημέρα.
Πέρασε πολύς καιρός.
Ναι, πολύς καιρός.
Σχεδόν ξέχασα τον ήχο της φωνής σου.
- Τόσο γρήγορα; - Νομίζεις πως είναι γρήγορα;
Δεν έχουμε τίποτα να πούμε εσύ κι εγώ;
Γιατί δεν λες κάτι;
Μάλλον, γιατί τα είπαμε όλα.
Έτσι νομίζεις;
Έτσι νομίζω. Το δέντρο ανθίζει μια φορά το χρόνο.
Νομίζεις ότι το δικό μας έχει ήδη ρίξει τα άνθη του;
Εσύ δεν το νομίζεις;
Είναι τόσο παράξενο.
Ωστόσο, δεν μπορώ να σε ξεκόψω απ'την καρδιά μου, Ξιούσα.
Μεγάλωσα παιδιά, άρχισα να γκριζάρω,
αλλά συνεχίζω να σε σκέπτομαι.
Σε βλέπω στα όνειρά μου, ακόμα σ'αγαπώ.
- Κι όταν θυμάμαι... - Κι εγώ το ίδιο...
Πρέπει να φεύγω. Πολύ μιλήσαμε.
Εδώ είναι το μέρος που άρχισε η αγάπη μας.
- Θυμάσαι; - Τα πάντα.
- Ντάρια! - Ποιος είναι;
Εγώ, η Αξίνια. Έλα δω.
- Τι με θέλεις; - Σ'έχω ανάγκη.
Τι'ναι αυτό; Δαχτυλίδι;
- Για μένα; - Για εσένα. Ένα ενθύμιο από μένα.
Είναι χρυσό. Κράτα το.
Ω, για το Θεό. και τι θέλεις να κάνω γι αυτό;
Να πεις... Να πεις στον Γκριγκόρι να βγει.
Όλα ξεκίνησαν πάλι;
Θέλω να του πω να βοηθήσει τον Στεπάν να πάρει μια άδεια.
- Και γιατί δεν μπαίνεις εσύ; - Όχι, η Νατάλια θα νομίζει...
Εντάξει, θα του πω. Και τι με νοιάζει γι αυτόν;
Στο χωριό Ουστ-Κοπιόρσκαγια
Τι έγινε;
- Καλημέρα. Εδώ είναι ο Κοσεβόι; - Τι έγινε;
Μπλεξίματα. Ανταρσία στο σύνταγμα Σερντόμπσκι.
Οι πεζικάριοι αφόπλισαν το πυροβολικό.
Τώρα πάνε προς την εκκλησία.
- Πού είναι ο Κοσεβόι; - Πήγε στο Ουστ-Μεντβεντίτσκαγια.
Είχα ένα προαίσθημα χθες ότι κάτι υπέβοσκε.
- Ετοιμαστείτε. - Έτοιμοι είμαστε.
- Πού είναι οι άλλοι Κομμουνιστές; - Ποιος ξέρει;
- Κομμουνιστές, όλοι στη σύσκεψη. - Ερχόμαστε.
Αφήστε τα όπλα. Δεν πάμε σε μάχη.
Τιμή και δόξα στους στρατιώτες!
Ησυχία!
Ησυχία!
Ησυχία!
Άντρες του Κόκκινου Στρατού! Είναι ντροπή σας!
Προδίδετε την Λαϊκή κυβέρνηση.
Στην πιο κρίσιμη στιγμή!
Πουληθήκατε στους Κοζάκους στρατηγούς!
Οι διοικητές σας είναι προδότες!
Μαλακίες!
Ελάτε στα συγκαλά σας!
Σας χρησιμοποιούν για να υπονομεύσουν τη διοίκηση των εργατών και των αγροτών!
Μη! Μην τολμήσεις! Θα έχετε χρόνο να με σκοτώσετε.
Δόξα στον Κομμουνιστή πολεμιστή!
Μπορείτε να με σκοτώσετε, αλλά αφήστε με να μιλήσω!
Αφήστε με να μιλήσω!
Σκοτώστε με, αλλά επαναλαμβάνω: Λογικευτείτε!
Ο διοικητής σας...
Ο Όσιπ Νταβίντοβιτς!
Παραπλανηθήκατε.
Αλλά ο Κομμουνισμός...
οπωσδήποτε...
Θάνατος! Θάνατος στους Κομμουνιστές!
Στους εχθρούς των εργαζόμενων αγροτών! Χτυπάτε τους!
Έρχονται! Έρχονται οι αιχμάλωτοι!
Οι αιχμάλωτοι εχθροί!
Κοίτα, είναι ο Ιβάν Αλεξέγιεβιτς...
Να, έπιασαν και τον Κοτλιάροφ!
Το βλέπω.
Κοιτάξτε την ανέντιμη ματιά τους.
Αρκετά! Καλά περάσανε!
Ήθελαν να πάρουν τη γη, έτσι;
Να κι ένας απ'το χωριό σας.
Για κοίτα, ο μπάσταρδος!
Και πού είναι οι άλλοι; Πού είναι, Μίσκα Κοσεβόι;
Απ'το χωριό σας μόνο ένας.
Αν τον κάνουμε κομματάκια, θα φτάσει για όλους.
Κάνε πέρα, γείτονα, πίσω.
- Γεια σου, φίλε. - Γεια σου, Ντάρια.
Πες μου, αγαπητέ μου.
Πώς σκότωσες τον άντρα μου τον Πιότρ.
Όχι, Ντάρια, Δεν τον σκότωσα εγώ.
Τι θα πει δεν τον σκότωσες;
Εσύ κι ο Μίσκα Κοσεβόι δεν σκοτώσατε τους Κοζάκους μας; Ναι;
Συμμετείχα σ'αυτή τη μάχη.
Εσύ λοιπόν τον σκότωσες!
Τι κάνεις;!
Θα σκοτώσεις τον δικό σου;
Σκύλα!
Γιατί δεθήκατε με σχοινιά;
Είναι κανείς εδώ;
Τι συμβαίνει; Πού είναι η μάνα και η Νατάλια;
Τι συνέβη; Πέρασαν οι αιχμάλωτοι;
Τους σκότωσαν. Θεέ μου, Γκρίσα!
Η σκύλα, η Ντάρια μας, σκότωσε μόνη της τον Ιβάν Αλεξέγιεβιτς.
Ψέματα! Κι ο Στόκμαν κι ο Κοσεβόι;
Δεν ήταν με τους αιχμαλώτους.
Η μάνα κι η Νατάλια τρόμαξαν και πήγαν για ύπνο στους γείτονες.
Η Ντάρια ήρθε πιωμένη σαν κτήνος.
Κοιμάται στο στάβλο.
Οχιά!
Καλημέρα, καλοί μου γέροντες!
Καλημέρα, Εξοχώτατε!
Παρακαλώ, δεχτείτε ψωμί κι αλάτι σαν καλωσόρισμα απ'τους Κοζάκους.
Ευχαριστώ.
Παρακαλώ.
Όπως βλέπετε, μόνο γέροι, γυναίκες και παιδιά έμειναν στο χωριό,
που δεν μπορούν να πάρουν όπλα.
Μπορείς ν'αρχίσεις.
Όλοι οι Κοζάκοι είναι στο μέτωπο για την κοινή μας υπόθεση.
Ντάρια Τιμοφέγιεβνα Μελέκοβα!
- Μελέκοβα! - Εδώ είμαι!
Τι;
Α, μάλιστα...
Είστε η χήρα του νεκρού υπολοχαγού Μελέκοφ;
Μάλιστα.
Θα λάβετε κι ένα χρηματικό ποσό, 500 ρούβλια.
Η Κυβέρνηση του Ντον σας ευχαριστεί για την ανδρεία σας...
κι εκφράζει τη συμπάθειά της.
Μπορώ να πηγαίνω;
Μα, ναι, φυσικά.
Παρασημοφορούμε όσες γυναίκες έδειξαν θάρρος πολεμώντας τους Μπολσεβίκους.
Πρώτος αποδέκτης, η χήρα ενός υπολοχαγού.
Σκότωσε ένα κομισάριο διάσημο για την σκληρότητά του.
Ω Χριστέ! Γιατί σου έδωσαν παράσημο;
Για τον Ιβάν Αλεξέγιεβιτς, ας αναπαυθεί εν ειρήνη, το κάθαρμα!
Κι αυτά είναι... Για τον Πιοτρ.
- Τι θα κάνεις μ'αυτά; - Με ποια;
- Με τα λεφτά, τι θα κάνεις; - Δεν ξέρω. Ό,τι μου καπνίσει.
Πάρ'τα μάνα, για να θυμάσαι τον Πιότρ.
No comments yet. Be the first to leave one.