نخستین 200 خط.
Είμαι ο κ. Μπάτερφιλντ. Είναι η εταιρεία μου και οι επιβάτες μου.
Αν τους ενοχλήσετε, θα σας κυνηγήσω αλύπητα.
Δε θα ενοχλήσουμε κανέναν.
Θέλουμε αυτό που’ναι κάτω απ’τον μουσαμά.
Τα γελάδια μας είναι πάνω απ’τη ράχη. Τα ακούω.
Πώς βρέθηκαν εδώ;
Μπαμπά, πάμε να τα πάρουμε.
Ας κάτσει πρώτα η σκόνη.
Μπεν.
Πες του να μείνει εκεί.
Μείνε εκεί που είσαι!
- Τι θέλεις; - Τα γελάδια μου!
- Θα τα πάρει σε πέντε λεπτά. - Θα τα πάρεις σε πέντε λεπτά!
Θα τους αφήσεις να το κάνουν;
Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο.
Μην κουνηθεί κανείς!
Αν κουνηθείτε, θα τον σκοτώσω.
Σηκώστε τον και βάλτε τον στο άλογό του.
Δε θα κάνεις τίποτα;
Και να σκοτωθώ κι εγώ; Είναι ο Μπεν Γουέιντ κι η συμμορία του.
Πώς τον λένε;
Μπιλ Μουνς.
- Πού μένει; - Έμενε στο Κοντένσιον Σίτυ.
Πηγαίνετέ τον εκεί.
Δεν μπορώ. Οι επιβάτες μου πρέπει να πάνε στο Μπίσμπι.
Πάρτε τον στο Μπίσμπι και βάλτε τον στην άμαξα της επιστροφής.
Ο άνθρωπος πρέπει να θάβεται εκεί που μένει.
- Θα χρειαστούμε τα άλογα. - Γιατί;
Για να μην πάτε στον σερίφη. Κατεβείτε.
Παιδιά, κατεβείτε.
Θα τ’αφήσουμε ελεύθερα έξω απ’το Μπίσμπι.
- Ο μπαμπάς μου θα σας σκοτώσει! - Μαρκ.
Να πάρουμε τα γελάδια.
Μπορείτε να μας βοηθήσετε;
- Πρέπει να πάω τα γελάδια σπίτι! - Μας δανείζετε ένα άλογο;
Ναι, θα φέρω ένα πίσω!
Τι έγινε; Πού είναι τα άλογά σας;
Λήστεψαν την άμαξα.
Μας είδαν και μας πήραν τα άλογα.
Και σκότωσαν τον οδηγό!
Σκότωσαν τον οδηγό;
Ήταν ένας ληστής επάνω κι έπαιρνε τους σάκους...
...κι ο οδηγός τον άρπαξε και τον έκανε ασπίδα.
Τους ένοιαξε; Όχι, πυροβόλησαν μέσα απ’αυτόν.
Ήταν ο Μπεν Γουέιντ.
Ο Μπεν Γουέιντ;
Τι έκανες;
Ήταν δώδεκα. Τι να’κανα;
- Μείναμε ακίνητοι. - Και μας πήραν τα άλογα.
Εμείς κοιτάζαμε.
Τι άλλο να κάναμε; Ήθελες να σκοτωθούμε;
Παιδιά!
Σελώστε δύο άλογα.
Πρέπει να τους πάω και λίγο νερό.
Χαίρομαι που’σαι ασφαλής. Μπορούσε να συμβεί οτιδήποτε.
Δεν κινδυνέψαμε εμείς.
- Είναι τρομερό. - Ποιο είναι τρομερό;
- Τίποτα. - Τι τρέχει;
Τίποτα.
Είναι τρομερό να συμβαίνει κάτι κακό κι εμείς να στεκόμαστε και να κοιτάμε.
Σε πολλές περιπτώσεις, μόνο να στέκεσαι και να κοιτάς μπορείς.
Ναι, αλλά όταν στέκεσαι εσύ και τα παιδιά κοιτάζουν...
Έτσι είναι η ζωή. Πρέπει να βλέπεις πολλά άσχημα πράγματα.
Σκοτώνονται άνθρωποι κάθε μέρα. Ο κεραυνός σκοτώνει.
Τρία χρόνια ξηρασίας σκοτώνουν τα γελάδια μου. Τρομερό.
Αλλά δεν μπορώ να φέρω βροχή.
Θέλεις να κρυώσω τον ήλιο;
Νταν, γιατί μιλάς έτσι;
Περιμένεις από μένα κάτι που δεν είμαι.
Όχι, δεν περιμένω.
Δεν μπορώ να κυνηγάω παρανόμους, ενώ ψοφάνε τα γελάδια μου.
- Αν τα χάσω, δεν ξέρω τι θα κάνω. - Θα στο κρατήσω.
Δέκα χρόνια σκληρή δουλειά.
Λες να θέλω να χάσω το ράντσο;
- Δεν ψοφάνε στο ράντσο τού Πάρκερ. - Φυσικά όχι.
Έχει ένα ποτάμι που δεν ξεραίνεται.
Του ζήτησες να το χρησιμοποιήσεις;
Τι θα ωφελήσει;
Νερό για έξι μήνες κοστίζει διακόσια δολλάρια. Πού θα τα βρω;
Πρέπει να κάνεις κάτι. Δεν μπορείς να στέκεσαι και να κοιτάς.
Δουλεύεις σκληρά, δουλεύω σκληρά, και τα παιδιά...
Ίσως βρέξει.
Αν δανειζόσουν λεφτά στην πόλη;
- Ξέρεις ότι μισώ τη ζητιανιά. - Το δάνειο δεν είναι ζητιανιά.
Μπορεί να μας σώσει.
Μπορώ να δοκιμάσω.
- Θα πας να βρεις τα άλογα; - Όχι, πάω πρώτα στο Μπίσμπι.
Θα κοιτάξω στην επιστροφή.
Το δάνειο θα μας καλύψει έξι μήνες. Μέχρι τότε θα βρέξει.
Όλα θα πρασινίσουν σ’έξι μήνες. Τα γελάδια θα παχύνουν, και τα παιδιά.
Ίσως να ξεκουραστούμε κι εμείς λίγο.
Σ’έξι μήνες θα’μαστε ευτυχισμένοι.
Ναι, θα’μαστε ευτυχισμένοι.
Στο αφεντικό.
Αναγκάστηκε να χάσει έναν από μας κι είναι κρίμα.
Αλλά αν δε χάναμε αυτόν, μπορεί να χανόμασταν κάποιοι άλλοι.
Αφεντικό;
- Είναι εδώ ο σερίφης; - Στο γραφείο.
Πες του ότι ληστέψανε την άμαξα από το Κοντένσιον.
Την είδαμε καθώς ερχόμασταν. Δεν έχουν άλογα.
- Άκουσες τι είπα; - Ναι, άκουσα.
- Γιατί δεν του το λες; - Κοιμάται μεταξύ μίας και δύο.
Ωραία. Έτσι δεν κουράζεται.
Απ’τον βορρά έρχεστε;
Εδώ κάτω όλοι κοιμούνται μεταξύ μίας και δύο.
Όλοι εκτός από σένα.
Τώρα κοιμάται το αφεντικό. Εγώ κοιμάμαι μεταξύ δύο και τρεις.
Φαίνεται ότι ήρθαμε πολύ νωρίς.
- Εδώ μόνο δουλεύει το αφεντικό σου; - Όχι, κάνει κι άλλα πράγματα.
Σαν τι;
Έχει τράπεζα και δανείζει τους κτηνοτρόφους.
Εδώ φυλάει τα λεφτά του;
Δεν έχει πια λεφτά. Με την ξηρασία, κανείς δεν πληρώνει.
Κρίμα.
Αν κάνουμε πολλές ρωτήσεις, πες το μας.
Τρεις μήνες συνοδεύαμε γελάδια και φτάνουμε σε τέτοιο μέρος...
...βλέπουμε μια ωραία κοπέλα σαν κι εσένα...
Είναι ωραίο πράγμα.
Πόσο μακριά είναι τα σύνορα;
Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Δεν έχει αποφασιστεί.
Νομίζω ότι θα τα βρούμε.
Όταν ξυπνήσει ο σερίφης, πες του ότι λήστεψαν την άμαξα.
Και πως ο οδηγός σκοτώθηκε.
Σκοτώθηκε;
Σκοτώθηκε.
Για σκοτωμό, πρέπει να τον ξυπνήσω.
Αν είναι μόνο ληστεία, δε θέλει να τον ξυπνάω.
Σερίφη!
Λήστεψαν την άμαξα, σκοτώθηκε ο Μπιλ Μουνς.
Σερίφη, το είδαν αυτοί οι άνθρωποι!
Πόσο μακριά ήταν;
- Περίπου δέκα μίλια. - Πήραν και τα άλογα.
Το άκουσες, σερίφη;
- Γιατί δεν βοηθήσατε; - Ήμασταν σκορπισμένοι.
Το είδαμε μόνο όταν κοιτάξαμε πίσω.
Μάζεψέ τους όλους.
Από πού είστε, παιδιά;
Απ’την εταιρία Πρέρι Κατλ.
Δεν ήξερα ότι φτάνουν μέχρι εδώ.
Αγόρασαν εξήντα χιλιάδες ζώα στο Μεξικό.
- Μας έστειλαν να τα φέρουμε. - Δε θα μείνετε καθόλου;
Όχι, μόνο για ένα ποτό.
Άλεξ Πότερ!
Σου είπα, έχει ρευματισμούς! Και το πούλησε το άλογο.
Να πάρει ένα απ’τα δικά μου!
Καχύποπτος ο γέρο-τράγος.
- Πού’ναι ο Πότερ; - Κοιμάται.
Δε νομίζω ότι θέλει να έρθει μαζί μας.
Σκορπιστείτε. Ραντεβού απόψε στο Νογκάλες.
- Γιατί αργεί το αφεντικό; - Μην ανησυχείς, θα έρθει.
Μπορεί να κουμαντάρει το απόσπασμα χωρίς βοήθεια.
Ελάτε.
Μήπως σ’έχω ξαναδεί;
Ναι;
Ναι, μήπως;...
Δούλευες ποτέ στο Σαγιέν;
- Στο Ελ Πάσο; - Όχι.
Δούλεψες στον "Τυφλό Ιρλανδό" στο Ντοτζ Σίτυ;
Ναι, τραγουδούσα. Η καλύτερη εποχή της ζωής μου.
Γιατί τα παράτησες;
Έβηχα πολύ. Ο γιατρός είπε ότι χρειάζομαι ξερό αέρα.
Ήρθες στο σωστό μέρος.
Ξόδεψα τόσα λεφτά εκεί μέσα...
Θυμάσαι μια κοπέλα, που την έλεγαν...
...Πωλίν;
- Μια γεματούλα. - Και η Βέλβετ; Τη θυμάσαι;
Μια νύχτα ξόδεψα τριακόσια δολλάρια γι’αυτήν.
Είχαν αληθινά παριζιάνικα φουστάνια εκεί.
Παριζιάνικα αρώματα.
Πρέπει να φέρεσαι σωστά στη γυναίκα.
Θα’χα ξοδέψει και την τελευταία μου δεκάρα, μα παντρεύτηκε τον κυβερνήτη.
Υπάρχουν πολλοί νεαροί εδώ;
Όχι, είναι όλοι μεγαλύτεροι.
Θα πρέπει να νιώθεις μοναξιά.
Πού είναι; Πού πήγαν;
Άλεξ!
Από κει.
- Δε θα βοηθήσεις να τους πιάσουν; - Μακάρι να μπορούσα.
- Πώς ήταν; - Εύκολα θα τους γνωρίσεις.
Τρεις ψηλοί άντρες με λευκά άλογα.
Τρεις ψηλοί με λευκά άλογα;
- Τραγουδάς ποτέ; - Για ποιον να τραγουδήσω;
Είσαι λίγο αδύνατη.
Νιώθω αδύνατη.
Μ’αρέσουν και οι αδύνατες.
Αρκεί να’χουν γαλάζια μάτια.
Έχεις γαλάζια μάτια;
Καστανά.
Δεν πειράζει. Δε χρειάζεται να’ναι γαλάζια.
Εδώ πρέπει να έθαψαν τον δικό τους.
Αν ήταν στο χέρι μου, θα’χαν θάψει κι άλλους.
Είστε ο σερίφης;
Είδατε την άμαξα Μπάτερφιλντ;
- Αυτός είναι ο κ. Μπάτερφιλντ. - Πήραν ένα φορτίο χρυσού.
- Είδατε πού πήγαν; - Στο Μπίσμπι.
Μόλις ήρθαμε απ’το Μπίσμπι.
Δεν είδατε μια συμμορία; Δώδεκα άτομα με σκούρα άλογα.
Δεν τους είδατε;
Ναι, τους είδαμε.
Και μετά έφυγαν.
No comments yet. Be the first to leave one.