200 ensimmäistä riviä.
Οι μεταφράσεις είναι σαν τις γυναίκες. Όταν είναι ωραίες δεν είναι πιστές, και όταν είναι πιστές δεν είναι ωραίες.
Πονάω.
Η σκόνη φταίει, πρέπει να πιεις.
Αλλιώς θα πάθεις αφυδάτωση.
Αυτό λες να πάθανε όλοι;
Τι πράγμα;
Αφυδάτωση.
Που να ξέρω.
Και πώς ξέρεις πώς θα πάθω αφυδάτωση;
Είναι απλό, αν δεν πίνεις υγρά, θα πάθεις αφυδάτωση.
Κι αυτό δεν είναι καλό.
Θα πεθάνουμε σαν όλους τους άλλους.
Άρα, όλοι πάθανε αφυδάτωση.
Υποθέτω.
Και που πήγαν όταν πάθανε αφυδάτωση;
Μάλλον έγιναν σκόνη και τους πήρε ο αέρας.
Έτσι έγινε;
Δεν ξέρω.
Άσε τις ερωτήσεις, και βοήθησε με να βρούμε κάτι να φάμε.
Τι τρέχει;
Λιφ, σ' έπιασε πάλι ο βήχας;
Έλα λοιπόν, και σταμάτα να χαζεύεις.
Όποιος έζησε εδώ...
Σίγουρα θα έχει πάθει αφυδάτωση.
Όχι, απλή σκόνη είναι.
Βλέπεις;
Την έφερε μέσα ο αέρας.
Μην φοβάσαι.
Έλα, Λιφ.
Πάμε κάπου αλλού να βρούμε λίγο φαγητό.
Εσύ θα μπεις.
Τι σημαίνει αυτό;
Καλοκαιρινό φόρεμα.
Τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να πετάξουμε;
Τι;
Τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να πετάξουμε;
Θα μπορούσαμε να πάμε οπουδήποτε πολύ πιο γρήγορα
και θα ήμασταν τόσο ψηλά, που θα βλέπαμε τα πάντα.
Πότε ήταν η τελευταία φορά που ήπιες κάτι;
Στο μεσημεριανό γεύμα;
Πιες λίγο ακόμα.
Αυτό θα είναι καλύτερο, από το να εύχεσαι να πετάξεις.
Που πάμε;
Δυτικά.
Έτσι απλά, Δυτικά;
Ναι, νομίζω πως είναι καλύτερα.
Ίσως δούμε και ανθρώπους να πετάνε.
Σοβαρά;
Όχι.
Πιθανόν να συναντήσουμε τα ίδια. Δηλαδή, τίποτα.
Ίσως βρούμε κάτι.
Αφού δεν είδαμε κανέναν μέχρι τώρα, δεν πρόκειται να δούμε κανέναν.
Επομένως, σταμάτα να ελπίζεις.
Είναι πιο σημαντικό να επικεντρωθούμε στην επιβίωση μας. Εντάξει;
Καλά...
Κλείσε τα μάτια σου, πρέπει να ξεκουραστείς.
Χρειάζεσαι ξεκούραση. - Εντάξει.
Βρήκα ένα πολύ ζόρικο βιβλίο.
"Ο υπέροχος Μάγος του Οζ".
Θα έχεις κάτι να διαβάζεις.
Ναι, το περίμενα ότι θα έβρισκα κάτι καλό.
Έχει και εικόνες;
Κυρίως γράμματα, και μερικά σχέδια.
Τι είναι το Οζ;
Τι έπαθες;
Κάτι με τσίμπησε.
Πάμε να φύγουμε από εδώ.
Πονάς πολύ;
Πονάω, αλλά θα ζήσω.
Μ' ένα τσίμπημα δεν παθαίνεις τίποτα, αλλά άμα σου την πέσει το σμήνος, την πάτησες.
Γιατί δεν διαβάζεις φωναχτά;
Η Ντόροθι, ζούσε στη μέση του μεγαλύτερου λιβαδιού του Κάνσας,
με το θείο της Χένρι, που ήταν αγρότης, και την θεία της, Εμ.
Το σπίτι τους ήταν μικρό, όμως τα υλικά για να χτίσει,
έπρεπε να έρθουν από πολύ μακρυά.
Είχε τέσσερις τοίχους, δάπεδο και οροφή,
δηλαδή μόνο ένα δωμάτιο, το οποίο περιείχε
ένα σκουριασμένο φουρνάκι, ένα ντουλάπι για τα πιάτα,
ένα τραπέζι, τρεις - τέσσερις καρέκλες και τα κρεβάτια τους.
Ο θείος και η θεία της, είχαν ένα μεγάλο κρεβάτι στην μια γωνιά,
κι η Ντόροθι, ένα μικρό στην άλλη.
Δεν υπήρχε σοφίτα και κελάρι, εκτός από μια μικρή τρύπα σκαμμένη στο έδαφος,
που το λέγανε καταφύγιο, και όπου η οικογένεια θα μπορούσε να κρυφτεί
σε περίπτωση κάποιου ισχυρού ανεμοστρόβιλου,
αρκετά ισχυρού, ώστε να συντρίψει κάθε σπίτι στο πέρασμά του.
Κάτω από την καταπακτή, στη μέση του δαπέδου,
μια σκάλα οδηγούσε στην μικρή, σκοτεινή τρύπα.
Εκείνη την ημέρα, ο θείος Χένρι, καθόταν στην βεράντα,
και κοίταξε με αγωνία τον ουρανό.
Από το μακρινό Βορρά, άκουσε τον χαμηλό ήχο του ανέμου,
και είδε τα δέντρα να κυματίζουν, πριν από την επερχόμενη θύελλα.
Ξαφνικά, άκουσε τον αέρα να σφυρίζει από το Νότο,
γύρισε προς τα εκεί, και είδε τα δέντρα
να κυματίζουν κι αυτά αντίθετα.
"Έρχεται κυκλώνας." Είπε ο θείος Χένρι.
"Γρήγορα, Ντόροθι!" Ούρλιαξε η θεία.
"Τρέξε στο καταφύγιο!"
Όταν άρχισε να τρέχει μέσα στο σπίτι, άκουσε τον άνεμο να στριγκλίζει δυνατά,
και τότε συνέβη κάτι περίεργο.
Το σπίτι στροβιλίστηκε δύο ή τρεις φορές,
και σηκώθηκε στον αέρα.
Ο Βόρειος και ο Νότιος άνεμος, συναντήθηκαν εκεί που βρισκόταν το σπίτι,
δηλαδή, βρισκόταν στο κέντρο του κυκλώνα.
Στο κέντρο του κυκλώνα, ο αέρας ήταν ήρεμος,
αλλά η μεγάλη πίεση που δημιουργήθηκε,
σήκωσε το σπίτι τόσο ψηλά,
που το έφερε στην κορυφή του κυκλώνα,
έμεινε εκεί και μεταφέρθηκε
χιλιόμετρα μακρυά, σα να ήταν ένα φτερό στον άνεμο.
Είναι μέρος!
Ορίστε;
Το Οζ!
Μετά τον κυκλώνα, η Ντόροθι κατέληξε σε αυτόν τον τόπο,
όπου μόνο το γρασίδι είναι πράσινο,
και όλα τ' άλλα άχρωμα.
Κι έγινε δεκτή από εκείνους τους ανθρώπους, που ονομάζονται...
Μάντσκινς!
Και μια μάγισσα, μια καλή μάγισσα.
Αλλά υπάρχουν επίσης και 2 κακές μάγισσες.
Η μία σκοτώθηκε από το σπίτι της Ντόροθι,
και η άλλη, είναι η κακιά μάγισσα της Δύσης.
Μάγισσες;
Ναι, υπάρχουν τέσσερις μάγισσες.
Δύο καλές, και δύο κακές.
Τέλος πάντων, η Ντόροθι ταξιδεύει, σαν κι εμάς,
αλλά εκείνη ξέρει που πηγαίνει.
Και πού πάει;
Στην σμαραγδένια πόλη.
Εκεί, υπάρχει ένας μάγος που θα την βοηθήσει να γυρίσει πίσω.
Πεινάς; - Και η έρημος...
Το είπε και η καλή μάγισσα.
Η χώρα του Οζ, περιβάλλεται από έρημο.
Όχι σαν την δική μας. Τόσο μεγάλη και τόσο βρώμικη.
Την έχεις δει ποτέ;
Όταν ήμουν μικρός, με τον μπαμπά μου.
Πεινάς;
Ναι, λιγάκι.
Εμείς έχουμε σπίτι;
Αυτό είναι το σπίτι μας.
Εννοώ ένα αληθινό σπίτι.
Να το ψάχνουμε, να θέλουμε μια μέρα να γυρίσουμε σ' αυτό.
Δεν χρειαζόμαστε σπίτι.
Απλά τροφή και νερό, για να επιβιώσουμε.
Το να συνεχίζουμε να ζούμε, είναι το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε.
Δεν μπορούμε να ζήσουμε για πάντα.
Και μετά;
και μετά θα γίνουμε αέρας.
Θ' αφυδατωθούμε...
Ναι.
Μην ανησυχείς γι' αυτό.
Θα συνεχίσουμε να επιβιώνουμε και ν' απολαμβάνουμε τη ζωή, όσο κρατήσει.
Έτοιμος;
Γκολ!
Ξέρεις ποιος θα μπορούσε να ζήσει για πάντα;
Το σκιάχτρο.
Είναι φτιαγμένο από άχυρο, καρφωμένο στην μέση ενός αγρού,
για να διώχνει τα κοράκια.
Δεν χρειάζεται ούτε να φάει, ούτε να πιει, ούτε να κοιμηθεί.
Δεν έχει μυαλό,
και πάει να βρει τον μάγο για να του δώσει λίγο.
Δεν υπάρχει κάποιος που να μην χρειάζεται φαγητό, νερό και ύπνο.
Ή κάποιος που μπορεί να περπατάει και να μιλάει χωρίς μυαλό.
Υπάρχει στην χώρα του Οζ.
Η χώρα του Οζ δεν υπάρχει, την δημιούργησε κάποιος
για να διασκεδάσει τον κόσμο. - Το ξέρω.
Αλλά, αν υπάρχει;
Είναι πολύ όμορφη.
Ευχαριστώ.
Αυτό το κομμάτι θα σ' αρέσει,
Η Ντόροθι και το σκιάχτρο, βρήκαν κάποιον που λεγόταν Τενεκεδένιος,
που έμεινε στην βροχή και σκούριασε, αλλά βρήκαν λίγο λάδι,
λάδωσαν τις αρθρώσεις του, κι έτσι μπόρεσε να κινηθεί και να μιλήσει ξανά.
Άκου!
Κάποτε ήμουν κι εγώ άνθρωπος και βαρέθηκα να ζω μόνος μου,
ήθελα να παντρευτώ, ώστε να μην ξανά νιώσω μοναξιά.
Υπάρχει μια κοπέλα από τους Μάντσκινς που ήταν τόσο όμορφη,
που την αγάπησα με όλη μου την καρδιά.
Αλλά η κοπέλα ζούσε με μια γριά, που δεν την άφηνε να παντρευτεί.
Η γριά, πήγε στη κακιά μάγισσα της Ανατολής, και της υποσχέθηκε δύο πρόβατα και μια αγελάδα,
αν καταφέρει και κάνει την κοπέλα να μην παντρευτεί.
Τότε αυτή, μάγεψε το τσεκούρι μου,
κι εκεί που πήγα να κόψω ξύλα,
το τσεκούρι γλίστρησε και μου έκοψε το αριστερό μου πόδι.
Ναι, κάθε φορά που κατέβαζε το τσεκούρι,
έκοβε κι ένα κομμάτι του σώματός του,
έτσι έπρεπε να πάει σε έναν....
Έναν σιδερά, για να του φτιάξει τα μέλη που του έλλειπαν.
Όμως η μάγισσα δεν το άφησε να περάσει έτσι.
Βρήκε ένα νέο τρόπο να σκοτώσει την αγάπη μου για την κοπέλα,
κι έτσι μάγεψε πάλι το τσεκούρι μου,
ώστε να κόψει όλο μου το σώμα,
χωρίζοντας με σε δύο ίσα μέρη.
Για μια ακόμη φορά, ο σιδεράς, ήρθε και με βοήθησε
φτιάχνοντας μου ένα σώμα από σίδερο.
Αλλά, δυστυχώς, δεν είχα πλέον καρδιά,
κι έτσι έχασα όλη μου την αγάπη για την κοπέλα.
Υποθέτω ότι ζει ακόμα με την γριά,
και με περιμένει να πάω να τη πάρω.
Πολύ θλιβερό.
Ναι, αλλά κι αυτός πηγαίνει στον μάγο για να του δώσει καινούργια καρδιά.
No comments yet. Be the first to leave one.