Le prime 200 righe.
ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΖΩΗ
Αυτή είναι η ιστορία μια λονδρέζικης οικογένειας από 1919 ως το 1939
Μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια πολέμου...
οι άνδρες επιστρέφουν στην πατρίδα.
Εκατοντάδες και εκατοντάδες σπίτια...
γίνονται σπιτικά για μια ακόμα φορά.
Καλώς ήλθες στο νο 17, κα Γκίμπονς και ας είναι όλες τις μέρες σου εδώ ευτυχισμένες.
- Εγώ θα ευτυχήσω μόλις έχω το τσάι μου. - Δε θα περιμένεις πολύ.
Ήρθαν οι άντρες για την μετακόμιση. Πήγαινε μέσα μητέρα και πάω να βοηθήσω.
- Ήρθατε την πιο κατάλληλη στιγμή. - Είσαι καλά, αφεντικό;
Το σπίτι, μου μυρίζει μούχλα. Ελπίζω να μην έχει πιάσει.
Πώς να έχει πιάσει; Δεν είναι κοντά σε νερά.
Ποτέ δεν ξέρεις.
Η κα Γουίλκοξ μετακόμισε σε σπίτι στο Λέδερχεντ...
και πριν περάσουν τρεις μήνες ήταν στο κρεβάτι με ρευματικό πυρετό.
Μπράβο, αγαπητή μου. Να βλέπεις τη φωτεινή πλευρά.
- Καλά είναι εδώ; - Ευχαριστώ. Βάλτε το εδώ.
- Πήγαινέ το εκεί, νεαρέ. - Μάλιστα, κυρία.
Η στόφα υγραερίου σχεδόν με πέταξε από την κουζίνα.
Λογικά έχει αέρα στη σωλήνα. Εδώ. Βάλε αυτά στο σαλόνι.
- Ίσως να θέλουν λίγο κόντεμα. - Ελπίζω πως όχι.
Βοήθησέ μας με τα πιατικά, μητέρα. Πρέπει να μπουν στην κουζίνα.
Υποτίθεται ότι δε θα κουβαλούσα τίποτα, ξέρεις. Εντελώς τίποτα.
Έλα μητέρα, δεν είναι βαριά. Βοήθησε λίγο.
Θα αισθανθείς καλύτερα όταν πιεις το τσαγάκι σου.
Αν μου φτιάξετε το τσάι κάποια στιγμή.
Ο βραστήρας είναι στη φωτιά, μα η Σύλβια δεν ήρθε ακόμη.
Η Σύλβια!
Έρχεται από την περιοχή των μαγαζιών κι είναι πολύς δρόμος ως εδώ.
Δεν έπρεπε να την στείλουμε για ψώνια αφού ξέρουμε ότι θα ξεχάσει ό,τι τις είπαμε.
- Αμάν με την αναιμία της! - Τι να κάνει αφού έχει αναιμία;
Δεν καταλαβαίνω πώς εσύ κι ο Φρανκ δεν της την λέτε, αυτό είναι το θέμα.
Ξέρεις πολύ καλά ότι δε γινόταν ν' αφήσω τη νύφη μου να είναι ολομόναχη, σωστά;
Ειδικά μετά απ' όλα όσα έχει περάσει.
Η Σύλβια δεν πέρασε τίποτα παραπάνω από οποιονδήποτε άλλον.
- Αυτό που της χρειάζεται είναι δουλειά. - Δεν αντέχει. Είναι πολύ λεπτεπίλεπτη.
- Ξέρεις τι είπε ο γιατρός. - Οι γιατροί λένε ότι θες.
Θυμήσου τι έγινε με τον κοκίτη της Κουίνι, τρομοκρατηθήκαμε όλοι μας του θανατά.
Ήρθες με το πάσο σου, έχω να σου πω. Νομίζαμε ότι κάτι έπαθες.
Να σε δω εγώ πώς θα πήγαινες πιο γρήγορα μ' όλα αυτά που έπρεπε να κουβαλήσω.
Δώσ' μου το γάλα.
Ωχ, η πλατούλα μου!
- Τα πόδια σου είχες το απόγευμα. - Τώρα είναι η πλάτη μου, εντάξει;
Αυτό το σπίτι μυρίζει λίγο υγρασία μου φαίνεται.
Όλες τα σπίτια μυρίζουν υγρασία όταν πρωτομπαίνεις.
Πέρσι, σκάσε!
Ωχ, Θεέ μου!
Νόμιζα ότι θα πάθαινα κάποιο επεισόδιο, όπως έπαθα στην οδό Άμπεβιλ.
Έγειρα πάνω σε γραμματοκιβώτιο.
Να υποθέσω ότι δε θυμήθηκες τις καραμέλες μου.
Ναι, τις θυμήθηκα! Στην τσάντα μου.
- Ορίστε. - Μάλιστα, να 'σαι καλά, σ' ευχαριστώ.
- Θες μία; - Όχι ευχαριστώ. Δεν τολμώ να τις φάω.
Πάω αυτό το τσάι στον Φρανκ.
Βάλε βούτυρο στα πόδια του Πέρσι, Σύλβια. Δε θα ησυχάσουμε μέχρι να κλείσει η πληγή.
Δεν κάνουμε δουλειά έτσι όμως.
Πάρε το τσαγάκι σου, καλέ μου.
Ευχαριστώ. Τις στερέωσα πρόχειρα. Θα τις βάλει σωστά όταν τακτοποιηθούμε.
Ναι, δείχνεις κουρασμένη. Έχεις κάνει πάρα πολλά.
- Καλά είμαι. - Ασχολείσαι με τα πάντα όλη μέρα, ξέρεις.
Και τι θες να κάνω, να κάτσω δίπλα στη φωτιά να διαβάσω κάνα βιβλίο;
- Εντάξει, γκρινιάρα! - Φρανκ, σ' αρέσει;
- Να μ' αρέσει τι; - Μα το σπίτι, ανόητε.
- Δεν έχεις πει λέξη. - Και φυσικά μ' αρέσει.
Δεν μπορώ να το πιστέψω, ξέρεις. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα.
Γύρισες σπίτι κι αποστρατεύτηκες.
- Ωχ, Θεέ μου! - Τι τρέχει;
Δεν μπορώ να το συνηθίσω να μην έχω αυτό το φοβερό βάρος μέσα στο μυαλό συνέχεια.
- Τι εννοείς; - Ξέρεις.
Να χαθώ στο πεδίο της μάχης; Δεν έπαιζε αυτό!
Έπαιζε κάθε λεπτό κάθε ημέρας επί τέσσερα χρόνια και δε θα το ξεχάσω.
Αρρώσταινα κάθε φορά που ερχόταν ο ταχυ- δρόμος, κάθε φορά που χτυπούσε το κουδούνι.
Δεν υπάρχει λόγος να σε τυραννάει άλλο πλέον. Πάει και τελείωσε.
Είμαστε τυχεροί. Γι' άλλους δεν τελείωσε.
Δες την κα Γουόρσλεϊ, έχασε σύζυγο και δύο γιους.
Και η κα Κρος, το αγόρι της που τόσο περηφανευόταν, παράλυτο για μια ζωή.
- Να είμαστε ευγνώμονες. - Σε ποιον;
Γενικά μιλάω, Φρανκ.
Πονοκεφαλιάζω όταν μιλάω γι' αυτά. Δεν έχουν νόημα.
- Τι έχει νόημα θα ήθελα να ξέρω. - Πολλά πράγματα!
Εγώ και τα παιδιά, δεν έχουν νόημα;
Κι υπάρχει δουλειά κι αυτό το σπίτι και η ζωή που συνεχίζεται.
- Είναι σκληρό ακόμα και να τα σκέφτομαι. - Τότε τι νόημα έχει να τα σκέφτεσαι;
Δε θα υπάρξει άλλος πόλεμος έτσι κι αλλιώς.
Πάντα θα υπάρχουν πόλεμοι όσο υπάρχουν άνδρες τόσο ανόητοι που θα θέλουν να πάνε.
Δεν έχει νόημα να βουτυρώνεις τα πόδια της γάτας. Ξέρει μόνη της πότε θα γίνει καλά.
Τυχεροί είμαστε με την κερασιά, έτσι δεν είναι;
- Δεν την είχα προσέξει. - Μπα, δεν ήθελες να την προσέξεις.
Πάει πολύς καιρός από τότε που στεκόμουν και χάζευα τις κερασιές.
Πάλι τυχεροί είμαστε. Ταιριάζουν τέλεια.
Να, εκεί είναι ο Πέρσι.
- Ποιος τον άφησε έξω; - Η μητέρα θα τον άφησε.
Πάλι σκανδαλιά θα κάνει, μου φαίνεται.
Έπρεπε να του τα είχαμε κόψει όταν ήταν μικρός.
Μη γίνεσαι χυδαίος!
Κακομοίρα μου. Λογικά είσαι χαρούμενη που έχεις δικό σου σπίτι και πάλι.
Να ζεις τέσσερα χρόνια με τη μητέρα σου, δε θα έλεγα ότι πέρασες ζάχαρη.
- Νομίζω ότι ήταν καλύτερα στα χαρακώματα. - Θα πρέπει να ντρέπεσαι που λες τέτοια.
Η μητέρα σου είναι εντάξει, αλλά έχει το σπίτι της στο Μπάτερσι.
Θεέ μου. Τσιτώθηκα εκεί πέρα σε 5 βδομάδες, σαν να είχαν περάσει 4 χρόνια.
Τουλάχιστον έχουμε μπανιέρα εδώ που δε γδέρνεις την πλάτη σου.
- Να πάρω το μαντήλι σου; - Ορίστε.
Πρέπει να πάω να βοηθήσω τη μητέρα και την Συλ για το δείπνο.
- Να σε δω μια στιγμή. - Γιατί;
Να δω τι έγινε το πρόσωπό σου.
Ξέρεις, νομίζω ότι δεν το έχω δει καλά από τότε που γύρισα.
- Σταμάτα! Άσε με. - Κάτσε, στάσου ένα λεπτό.
Για να σου πω, Φρανκ Γκίμπονς!
- Δεν είναι τόσο άσχημο πρόσωπο όσο άλλα. - Ευχαριστώ πολύ, τι να σου πω.
Δεν είναι τόσο νέο όσο όταν παντρευτήκαμε.
- Σταμάτα να με κρατάς. - Αλλά σε γενικές γραμμές, δε θα το άλλαζα.
Θα σκούπιζα βέβαια λίγη βρώμα από 'δώ, αλλά δε θα το άλλαζα.
- Βρώμα; Πού; - Κάτσε ακίνητη.
Ορίστε. Καλύτερα τώρα.
- Τώρα, λοιπόν. - Τώρα λοιπόν τι;
- Δώσ' μου ένα φιλί. - Δε θα σου δώσω.
- Και γιατί όχι, να ρωτήσω; - Δεν έχουμε χρόνο να παίζουμε, το ξέρεις.
Το παίζεις κακιά, ε; Θα το δούμε αυτό.
- Φρανκ Γκίμπονς! - Σκάσε!
Χριστέ μου!
Ελπίζω να μην ενοχλώ. Μένω στο νούμερο 15, δίπλα σας.
Η κυρά μου κι εγώ σκεφτήκαμε μήπως θέλετε τίποτα απ' το μπακάλικο.
Μα να με πάρει!
- Μίτσελ. Μπομπ Μίτσελ. - Πολύ σωστά.
Μα δε με θυμάσαι;
Φρανκ Γκίμπονς, πεζικάριος στους Μπαφς; 2ο Σύνταγμα, στο Φέστιμπερτ, 1915.
- Μα την ευχή, φίλος απ' τα παλιά! - Τι κάνεις βρε μπαγάσα;
Πανάθεμά με. Νόμιζα ότι σκοτώθηκες σ' εκείνη τη νυχτερινή επίθεση,
όταν επιτεθήκαμε το Ζιβενσί και κόλλησες στη λάσπη.
Εγώ να σκοτωθώ; Δε με ξέρεις καλά φαίνεται.
Απλά μία μικρή τρύπα στο μπούτι μου μέσα σε τέσσερα χρόνια.
- Κάτσε σε παρακαλώ. - Ευχαριστώ.
- Εσύ πώς τα πήγες; - Όχι και τόσο άσχημα.
Δηλητηριάστηκα το '17. Είμαι εντάξει τώρα όμως. Αδυνάτισε λίγο το στήθος, αυτό μόνο.
Μα τι μικρός που είναι ο κόσμος τελικά!
- Μήπως πρέπει να με συστήσεις, Φρανκ; - Φυσικά. Από 'δώ η σύζυγος μου Μπομπ.
- Χαίρω πολύ, κυρία Γκίμπονς. - Η χαρά είναι δική μου.
Μάλιστα, τι σύμπτωση! Δεν μπορώ να το πιστέψω.
- Πόσο καιρό είσαι εδώ; - Πάνω από ένα χρόνο τώρα.
Πήραμε το σπίτι όταν αποστρατεύτηκα τον Μάρτιο του '18.
Η Νόρα, είναι η κυρά μου, θα σας έρθει το βράδυ, αισθάνεται λίγο χάλια με τον καιρό.
Βλέπεις, περιμένουμε έναν ξένο από στιγμή σε στιγμή...
- Δεν είναι το πρώτο της, ε; - Όχι, όχι, όχι.
Έχουμε ένα αγόρι στα 14. Θέλει να γίνει ναύτης.
Να σου πω, πρέπει να το γιορτάσουμε κάπως.
Θα σου πω εγώ πώς. Έχω ένα μπουκάλι Τζόνι δίπλα. Δε θ' αργήσω.
Εσείς οι δύο καθίστε εδώ. Πάω να φέρω το αφρώδες κρασί της Σύλβια.
Μάλιστα!
- Θα φέρω το Τζόνι στο πιτς-φυτίλι. - Ναι, αλλά ποιανού είναι το σπίτι;
- Κάτσε κάτω. - Εντάξει.
Θα πεταχτώ μετά να πιούμε ένα.
- Βρήκες δουλειά; - Ναι, μου έφεξε.
Ένας ονόματι Τίκλερ στο σύνταγμα είχε ταξι- διωτικό γραφείο στην Όξφορντ προ πολέμου.
Λοιπόν, ήταν ο πρώτος που πέτυχα όταν γύρισα τον περασμένο Απρίλη.
Ξεκίνησε την επιχείρησή του πάλι, όλα του πήγαν καλά και μου έδωσε δουλειά.
Ταξιδιωτικό γραφείο, ε;
Ξεναγήσεις στα πεδία των μαχών, ευχαριστώ.
Καλό αυτό!
Μερικοί σίγουρα έχουν περίεργους τρόπους να διασκεδάζουν, σωστά;
Έχεις παιδιά, έτσι; Θυμάμαι που το 'λεγες.
Ναι, τρία. Δύο κορίτσια κι ένα αγόρι.
Είναι με τη θεία της Έθελ στο Μπρόουντστερς.
Δεν τα θέλαμε στα πόδια μας τώρα στη μετακόμιση.
- Πόσο χρονών είναι; - Ο Ρετζ, το αγόρι, είναι 12.
Η Κουίνι είναι 13 και η Βάι είναι 14.
Εδώ είμαστε.
Το φαγητό είναι έτοιμο σε λίγο. Δε θες να μείνεις να φας μαζί μας, κε Μίτσελ;
Ευχαριστώ πολύ, κα Γκίμπονς, αλλά ειλικρινά πρέπει να γυρίσω.
Θα πεις στη γυναίκα σου όταν μπορεί να πεταχτεί να με δει;
- Βεβαίως. Όποια στιγμή θες. - Να σε καληνυχτίσω τότε, κε Μίτσελ.
- Δε θα πιεις μια γουλιά, γλυκιά μου; - Όχι, καλέ μου. Θα μου κόψει την όρεξη.
- Λοιπόν, μην αργήσετε. - Και μην το ξεχάσεις.
- Αν θελήσεις κάτι... - Ευχαριστώ πάρα πολύ.
- Καληνύχτα. - Καληνύχτα.
- Πάρε, παλιόφιλε. - Ευχαριστώ.
Έχει λίγο περίεργη γεύση, αλλά είναι καλύτερο από το τίποτα.
- Στις ευτυχισμένες μέρες! - Στις ευτυχισμένες μέρες!
Μου πήρε 4 χρόνια να μάθω τα λόγια του τραγουδιού.
Τραγούδα το τότε.
Τραγούδα το.
Να οι δικοί μου. Δε θα ήθελες να μην έχεις αποστρατευτεί;
Λόχος δε-ξιά!
ΤΙΚΛΕΡ ΞΕΝΑΓΗΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΔΙΑ ΤΩΝ ΜΑΧΩΝ
Η ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΟΥΕΜΠΛΕΪ
ΑΝΟΙΧΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1924 ΚΑΝΤΕ ΚΡΑΤΗΣΗ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ ΕΔΩ
Μακάρι να συνεχίσει η λιακάδα.
Η δις Γουίτνεϊ ήταν στο Γουέμπλεϊ τέσσερις φορές και τις τέσσερις έβρεξε.
- Πήρες αδιάβροχο, Κουίνι; - Δεν είναι αδιάβροχο, είναι Μπέρμπερι.
Τσιτσιμπύρα. Ένα ποτηράκι παραπάνω για τον Φρανκ και μένα. Για παν ενδεχόμενο.
Με το μαλακό, μπαμπά. Στο Γουέμπλεϊ πάμε, όχι στη μάχη της Γιουτλάνδης.
- Καλημέρα, Μπίλι. Μέρα, Ρετζ. - Χαίρετε.
Καλημέρα σε όλους. Λοιπόν, τι σχέδια έχουμε;
- Έλεγα ν' αρχίσουμε στο Παλάτι Μηχανικής. - Μπαμπά!
Δεν έχουμε σχέδια. Απλά πάμε κάπου να περάσουμε καλά.
Λοιπόν, πάμε ή θα μείνουμε εδώ όλη μέρα να το συζητάμε;
- Μην αυθαδιάζεις, Κουίνι. - Πείτε αντίο στην μαμά.
- Γεια χαρά. - Αντίο, Νόρα.
Αντίο, Νόρα. Λυπάμαι που δεν μπορείς να έρθεις.
Λοιπόν, έχω οκτώ λίρες κι έξι πένες και θα τα ξοδέψω μέχρι τελευταίας δεκάρας.
Δεν μπορώ να κοιτάζω. Σκιάζομαι πολύ.
No comments yet. Be the first to leave one.