처음 200줄입니다.
Αυτό δεν είναι κανένα αστυνομικό φιλμ.
Ο συγγραφέας προσπάθησε να εκφράσει με εικόνες και ήχο,
τον εφιάλτη ενός νέου ανθρώπου, σπρωγμένου απ’ την αδυναμία του
σε μια περιπέτεια πορτοφολά, για την οποία δεν ήτανε φτιαγμένος.
Μόνο που αυτή η περιπέτεια, από άγνωστα μονοπάτια,
θα ενώσει δύο ψυχές,
οι οποίες διαφορετικά, ίσως δεν θα είχαν ποτέ γνωριστεί.
Ξέρω ότι συνήθως, αυτοί που έκαναν τέτοια πράγματα σωπαίνουν
και όσοι μιλάνε γι αυτά, δεν τα έχουνε κάνει.
Εγώ όμως τα έκανα.
Εδώ και πολλές ημέρες είχα λάβει την απόφασή μου.
Θα ήμουν όμως αρκετά θρασύς;
Έπρεπε καλλίτερα να είχα φύγει.
Τα πόδια μου δεν πατούσανε στη γη, ήμουν κυρίαρχος του κόσμου.
Αλλά μετά από ένα λεπτό με είχανε πιάσει.
Και μια και δεν είχανε καμία απόδειξη, μόνο υπέθεταν
Μπορείτε λοιπόν να πηγαίνετε, είστε ελεύθερος.
Ήθελα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.
Ήμουνα ψόφιος στην κούραση. Κοιμήθηκα μέχρι το πρωί.
Είχα να επισπευτώ τη μητέρα μου πάνω από ένα μήνα.
Δίσταζα.
Περιμένετε.
Έχω το κλειδί, θα σας ανοίξω.
- Ποια είστε εσείς; - Η Jeanne, γειτόνισσα.
Πως είναι;
Όχι καλά. Βασανίζεται.
- Δεν της λείπει τίποτα. - Εσάς έχει ανάγκη.
Μπορείτε να της δώσετε αυτά τα χρήματα.
Δεν θα μπείτε; Δε θα τη φιλήσετε;
Αντίο, Jeanne.
- Θα ξανάλθετε; - Ναι, ναι.
Ο Jacques ήταν ένα καλό και τίμιο παιδί.
Τον απέφευγα τελευταία, αλλά αυτό εδώ το βράδυ...
Δεν έχω δουλειά. Θα έάνω οτιδήποτε.
Έχεις διευθύνσεις;
Για χαρτζιλίκι;
Το λέω σοβαρά.
Εντάξει, ακόμα μια φορά.
Έχεις επιδέξια χέρια. Θα κερδίσεις κάτι καλλίτερο.
Θα πρέπει να έχεις υπομονή,
να μην είσαι επιλεκτικός.
Μόνο έτσι θα αποκτήσεις καινούργιο κοστούμι και γραβάτα.
Δεν τον αναγνώρισα αμέσως.
Ήμουν τόσο χαζός, ώστε να του δώσω το χέρι.
Με θυμηθήκατε;
Θα μπορούσα να χαρακτηριστώ αφελής.
Αλλά τι είχα να φοβηθώ;
Υπάρχουν πολλοί κλέφτες;
Πολλοί! Πολλών ειδών. Ποικιλία ανεξάντλητη.
Δεν είναι όλες οι κλοπές το ίδιο σοβαρές.
Μερικές συχωρούνται. Αν είναι η φτώχια που τους σπρώχνει.
Σίγουρα.
Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί κλοπές, για τις οποίες κάνουμε τα στραβά μάτια;
- Έχεις κάποια θεωρία γι αυτό. - Εγώ;
Πέστε.
Δεν είναι κάτι το καινούργιο.
Πέστε την όμως.
Καλά. Δεν είναι άξιο απορίας, που ικανοί άνθρωποι,
έξυπνοι και ταλαντούχοι, ίσως μάλιστα μεγαλοφυΐες,
που η κοινωνία τους χρειάζεται,
οι οποίοι όμως δεν δέχονται χαλινάρι…
σε ορισμένες περιπτώσεις να μπορεί να έλθουν σε σύγκρουση με το νόμο;
Αυτό μου φαίνεται δύσκολο. Και επικίνδυνο.
Για την κοινωνία θα ήταν καλό.
Και ποιος αναγνωρίζει αυτούς τους προικισμένους ανθρώπους;
Μόνοι τους, οι συνειδήσεις τους.
Ξέρετε κανένα που να μη νομίζει ότι είναι ο καλλίτερος;
Θα το κάνανε στα πρώτα βήματα.
Μετά θα σταματάγανε.
Δεν σταματάνε! Σας βεβαιώνω.
Εννοείτε κάποιο είδος "χρήσιμου κλέφτη";
Αυτό θα σήμαινε: ένας ανάποδος κόσμος!
Πιο ανάποδος απ’ότι είναι, δεν μπορεί να γίνει.
Michel, μπορείς να το εξηγήσεις αυτό;
Το έχω κιόλας εξηγήσει.
Αναγνωρίζουν την πλάνη τους και ζητάνε συγγνώμη.
Φυσικά.
Είναι εντούτοις φρικτό.
Δεν έπρεπε να το είχες πει. Τι θα σκέφτεται τώρα!
Να σου υπενθυμίσω ότι πρώτον, εσύ με ανάγκασες να μιλήσω.
Και κατά δεύτερον είναι τελείως άνευ σημασίας. Οι διευθύνσεις!
Θα πας;
Αν κέρδιζα τίποτα λεφτά,
αυτό ήταν που χρειαζόμουνα;
Αν το πίστευα πραγματικά, θα πετύχαινε;
Αντίθετε, η ιδέα, να γυρίσω στο δωμάτιό μου με τρόμαζε.
Γιατί να πέσω επάνω σ’ αυτόν τον περίεργο άνδρα,
από τον οποίο δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου.
Φυσικά το πορτοφόλι ήταν εκεί.
Πώς να το βουτήξω; Με ποια δάχτυλα;
Φυσικά ήξερα ότι δεν ήταν απλό.
Τα χέρια μου τρέμανε και έτρεμε η εφημερίδα...
Η καρδιά μου χοροπηδούσε μέχρι το λαιμό.
Αυτή η πρώτη επιτυχία με δυνάμωσε.
Ήταν περισσότερο τύχη, παρά επιδεξιότητα.
Λοιπόν;
Η θεωρία σου περί κοινωνίας δεν τον ενδιαφέρει, εσύ τον ενδιαφέρεις!
Σου έκανε ερωτήσεις;
Μην ανησυχείς! Τώρα ξέρει ποιος είσαι. Όλα είναι ξεκάθαρα.
- Σχετικά με τη δουλειά, έκανες τίποτα; - Δε χρειάζομαι τίποτα.
Τίποτα; Και θα ζήσεις με το τίποτα; Είσαι τρελός;
Πού πας; Περίμενε!
Άλλαζα πάντα τη διαδρομή,
ταξιδεύοντας πότε με τη μία, και πότε με την άλλη γραμμή.
Μια ολόκληρη βδομάδα γινότανε αυτό.
Η λεία ήταν περιορισμένη και δεν άξιζε το ρίσκο.
Επέστρεψέ μου το πορτοφόλι μου!
Θέλετε να φωνάξω την αστυνομία;
Τις επόμενες μέρες έμεινα στο σπίτι.
Για λόγους προφύλαξε, έβγαινα μόνο τα βράδια για φαί.
Η νεαρή κυρία σε ψάχνει.
Δε θα ανάψεις το φως;
Κοιτάχτε πως ζει, ο σπουδαίος άνδρας! Σκέτο αχούρι!
Πρόκειται για τη μητέρα μου, έτσι;
Είναι πολύ άρρωστη. Όλη την ώρα ρωτά:
"Γιατί να έλθει μέχρι την πόρτα μου και μετά να πάρει δρόμο;"
- Έκανες τέτοιο πράμα; - Πρέπει να πάτε.
Ευχαριστώ, Jeanne.
Να έλθετε!
- Θες να πάω εγώ; - Ναι. Η Jeanne θα σε οδηγήσει.
Εγωιστή! Και υποτίθεται πως αγαπάς τη μητέρα σου!
Περισσότερο κι απ’ τον εαυτό μου. Πήγαινε τώρα. Σε παρακαλώ!
Είσαι περίεργος!
Τί θέλετε; Ποιος είστε;
Έπρεπε να μάθω.
Μετά ένα τέταρτο ήμασταν φίλοι.
Ελάτε να δείτε.
Εκεί στο καφέ, μου έμαθε τα περισσότερά του κόλπα.
Μου τα έδειξε οικιοθελώς, χωρίς δισταγμό.
Έπρεπε να εξασκήσω τα δάχτυλά μου, για να γίνουν ευέλικτα.
Για το ρεφλέξ, το φλίμπερ ήταν εξαιρετική εξάσκηση.
Στο σπίτι πήγαινα μόνο για να κοιμηθώ.
Από πότε είναι αυτό εδώ; Θα το πάτησα χωρίς να το δω.
"ΕΛΑΤΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΖΑΝ"
Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο, κοιμότανε.
Το ξέρω ότι δε σ'αρέσει να σε ρωτάνε. Δεν θα κάνω ερωτήσεις.
Πίστευα ότι σου ήμουν βαρετή. Τώρα τα καταλαβαίνω όλα.
Ο φίλος σου ήταν εδώ. Μου είπε για σένα.
Μίλησε άσχημα για μένα;
Δεν θα του το επέτρεπα. Όχι, σ'αγαπά και σε συμπαθεί.
Ανησυχούσα, είχα άδικο.
Με την εξυπνάδα σου, θα έχεις επιτυχία όταν θελήσεις.
Θέλω τώρα! Να γίνεις ευτυχισμένη.
Θα πεθάνω αγόρι μου.
- Θα σε εγκαταλείψω. - Όχι, όχι.
Αύριο θα είσαι καλλίτερα. Σε λίγες μέρες θα σηκωθείς.
Το είπε ο γιατρός. Έτσι δεν είναι Jeanne;
Είμαι σίγουρος!
Αυτό ήταν.
Αυτό είναι ότι μένει.
Χαρτιά, επιστολές, κάποιες φωτογραφίες.
Τέλος. Δεν υπάρχει επιστροφή.
Φεύγετε;
Πρέπει να πάρω την αδελφή μου από το σχολείο.
Jeanne, πιστεύετε ότι θα κριθούμε;
Ναι. Αλλά μη φοβάστε γι αυτήν. Ήταν τέλεια.
Και βάση ποιου νόμου θα κριθούμε; Αυτό είναι παράλογο!
Δεν πιστεύετε σε τίποτα;
Πίστευα στο Θεό Jeanne. Για 3 λεπτά.
Μια βδομάδα μετά μπήκα σε μια τράπεζα πολύ γνωστή
και έκατσα στην αίθουσα.
Φοβόμουνα.
Μου ξέφυγε.
Μοιραστήκαμε τη λεία παίζοντας χαρτιά.
Έτσι τα χρήματα δεν ήταν σημειωμένα.
Την επόμενη φορά να παίξουμε ανά τρεις, όχι ανά δύο.
- Κατάλαβες; - Εντελώς.
Δεν μιλούσαμε πολύ. Όσο δουλεύαμε μαζί,
έμαθα τόσα λίγα γι αυτόν, όσα και αυτός για μένα.
Ψάχνεις τα πράγματά μου;
Από πού το πείρες αυτό;
Απ'εδώ, στο τραπέζι.
Ο βασιλιάς τον πορτοφολάδων.
Αυτοί οι κλέφτες είναι χυδαίοι.
Και κοπρόσκυλα.
Ο Barrington δεν ήταν τεμπέλης. Συνήθιζε να διαβάζει ολονυχτίς.
Για να εξαπατήσει τους πλούσιους φίλους του.
Έκλεβε τους φίλους του.
Το βρίσκεις αυτό εντάξει;
Έλα, ας βγούμε. Πάμε.
Τουλάχιστον είχε θάρρος. Τους κλέφτες τότε τους κρεμούσανε.
- Η φυλακή το σήμερον ημέρα... - Έχεις κάνει ποτέ φυλακή;
- Μπορώ να το φανταστώ. - Τίποτα δεν μπορείς να φανταστείς!
- Θα μου το δανείσεις; - Άμα θες.
- Ακόμα πάντα τις ίδιες ιδέες; - Πάντα.
Όχι, όχι! Ακόμα και οι ικανότεροι πορτοφολάδες
δεν βελτιώνουν την ανθρωπότητα.
Δεν είπα κάτι τέτοιο.
Είναι τρελό!
Μία ερώτηση. Πιστεύετε πράγματι, ότι μεταξύ μας, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι άνθρωποι...
Τί άνθρωποι;
Στους οποίους θα έπρεπε να επιτρέπεται κάτι περισσότερο, απ’ότι στους άλλους.
Πώς να ξέρουμε; Δεν πιάνονται ποτέ.
Αλλά πρέπει να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, μια που το βεβαιώνετε.
Μήπως ξέρετε κανένας;
Ακόμα κι αν ήξερα κανέναν, δε θα το έλεγα σε σας.
Φυσικά.
Μου επιτρέπετε;
Barrington; Δεν τον ξέρω.
Ήταν μήπως ένας απ’αυτούς τους ανώτερους ανθρώπους;
No comments yet. Be the first to leave one.