لومړۍ 200 کرښې.
Πέρασε!
Κάθισε.
Αρθούρ Μαρσώ. Κάτοικος Αλγερίου. Γεν. το 1903. Ναυτιλιακός πράκτορας.
Φρόντισες για δικηγόρο;
'Οχι, στην περίπτωσή μου, δεν νομίζω ότι χρειάζεται.
Και γιατί όχι;
Η υπόθεσή μου είναι τελείως απλή.
- Για πού; - Στο Μαρένγκο.
THE STRANGER
Βασισμένο σε μυθιστόρημα του Albert Camus
Σήμερα, η μαμά πέθανε.
Μπορεί και χθες, δεν είμαι σίγουρος.
Το τηλεγράφημα έλεγε... "Η μητέρα σας απεβίωσε...κηδεία αύριο - - Είλικρινή συλληπητήρια".
Το γηροκομείο απέχει 50 μίλια από το Αλγέρι.
Πήρα το λεωφορείο των 2:00.
'Εκανε φοβερή ζέστη.
Με πήρε ο ύπνος.
- Για την κυρία Μαρσώ; - Μάλιστα.
Θα με πάτε να δω την μητέρα μου τώρα αμέσως;
Πρώτα θέλει να σας δει ο διευθυντής.
Πρέπει να γίνει γρήγορα η ταφή, έχει τόση ζέστη μες στον νεκροθάλαμο.
Έτσι είναι στην χώρα μας, τα πάντα γίνονται γρήγορα, ακόμα κι οι κηδείες.
Είναι φοβερό πάντως, καθόλου ευχάριστο θέαμα!
Μπά, δεν πειράζει, πρέπει να γίνει κι αυτό.
Η κυρα-Μαρσώ ήρθε στην οίκο- γένειά μας πριν από τρία χρόνια.
Είστε ο μοναδικός συγγενής;
Δεν κερδίζω και πολλά σαν υπάλληλος. Θα το λέει κάπου εκεί στον φάκελο.
Δεν χρειάζεται να μου εξηγήσετε τίποτα, φίλτατε.
Μάλλον θα θέλετε τώρα να βρεθείτε κοντά στην μητέρα σας.
Την τοποθέτησα στο νεκροτομείο, ώστε να μην επηρεάζονται οι υπόλοιποι.
- Γκαστόν, θα συνοδέψεις τον κ. Μαρσώ; - Μάλιστα, κύριε, φυσικά.
Καταλαβαίνω. Δεν σας ήταν δυνατόν να την φροντίζετε.
Χρειαζόταν νοσοκόμα και δεν μπορούσατε να της την παράσχετε.
- Η μητέρα σας εδώ ευτύχησε αρκετά. - 'Εχετε δίκιο.
Δεν είχαμε πια... να πούμε τίποτα!
Και εξάλλου, δεν της άρεσε να μένει μοναχή της όλη μέρα.
Α, ήρθατε, κύριε.
Τοποθετήθηκε ήδη το καπάκι, αλλά θα το βγάλω για να την δείτε.
- Δεν θέλετε; - 'Οχι.
- Γιατί όχι; - Δεν πειράζει.
Καταλαβαίνω...
Γιατί δεν κάθεστε;
'Εχει πρηστεί. Αυτό σας είπε.
Μπορείτε να κολατσίσετε κάτι, αν θέλετε.
Σας ευχαριστώ πολύ, δεν πεινώ και τόσο πολύ.
- Λίγο καφέ θά' θελα με γάλα. Γίνεται; - Θα 'θελα κι' εγώ καφέ. Ναι!
Σας αφήνω λίγο μόνο σας.
Σύντομα η νύχτα σκέπασε τον ουρανό...
Όλοι οι φίλοι της μητέρας σας, θα έρθουν απόψε στην ολονυχτία.
Είναι το έθιμο, ξέρετε. Θα πάω να τακτοποιήσω τις καρέκλες.
Και να φτιάξω σκέτο καφέ.
- Πόσον καιρό είσαστε εδώ; - Έξι χρόνια.
Καπνίζετε;
- Θα σβήσετε κάποιο από τα φώτα; - Αδύνατο, όλα είναι στην ίδια παροχή.
Ή όλα ή κανένα.
Ξέρετε, αυτή η κυρία κλαίει όλη μέρα.
'Ηταν φιλενάδα της μητέρας σας. Τώρα, λέει, απέμεινε μοναχή της.
Έχουμε κανόνα να μην επιτρέπουμε στους συγγενείς να συνοδεύουν τον νεκρό, για το καλό τους φυσικά.
'Εκανα μία έξαίρεση ωστόσο για έναν φίλο της μητέρας σας, τον Τομάζο Περέζ.
Πολύ συγκινητική ιστορία. Ο κ. Περέζ κι η μητέρα σας ήσαν σχεδόν αχώριστοι.
Οι άλλοι γέροντες τον πειράζανε ότι είχε ερωμένη.
Στο βάθος όμως, λυπήθηκε πολύ για τον θάνατό της.
- Παλιοζέστη! - Τι είπατε;
- Λέω...πολλή ζέστη! - Ναι...
- Μητέρα σας είναι; - Ναι.
Μεγάλη, ε;
Αρκετά!...
Θα έχω σκληρές αναμνήσεις από εκείνην την ημέρα...
Το βαθυκόκκινο χώμα να βροντάει πάνω στην κάσα της μάνας μου...
Τον Τομάζ Περέζ να σωριάζεται, σαν σπασμένη μαριονέτα...
Και τα ρόζ γεράνια στους τάφους, τριγύρω από το νεκροταφείο.
Βρε! Δεν περίμενα να σε βρω εδώ!
- Mαρία! - Χρόνια και ζαμάνια.
- Ακόμα είσαι στα ναυτηλιακά; - Ναι.
Πού εργάζεσαι τώρα;
Α, εκεί που δούλευα όταν έφυγα από την δική σας εταιρεία.
Στενοχωρήθηκα που δεν έμεινες μαζί μας.
Κάτσε, να σε βοηθήσω.
Δεν έδειξε να την πειράζει. 'Ετσι, έμεινα όπως ήμουν.
Το κεφάλι μου ακουμπούσε στην κοιλιά της Μαρίας, που τόσο χαριτωμένα ανεβοκατέβαινε.
Λοιπόν τι λες,... θα πάμε παρέα στο σινεμά;
Πάμε να δούμε εκείνο με τον Φερναντέλ;
'Εχεις πένθος;
Για την μητέρα μου.
Πότε πέθανε;
Χθες.
Θυμάμαι, ήταν Κυριακή.
Δεν μ' αρέσουν οι Κυριακές.
'Αλλο ένα ανυπόφορο απόγευμα, με τους δρόμους να γυαλίζουν άπ' τη ζέστη.
Περνούσαν κάποιοι, πού και πού, αλλά φαινόντουσαν βιαστικοί.
Συνειδητοποίησα ότι, άλλη μια Κυριακή είχε περάσει,
ότι η μητέρα θάφτηκε και ότι αύριο θα ήμουν στην δουλειά ως συνήθως...
...και ότι ουσιαστικά τίποτα, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει!
- Καλημέρα σας. - Καλημέρα.
Κάθισε, παιδί μου.
- Αισθάνεσαι καλά, Μαρσώ; - Καλά είμαι, ευχαριστώ.
- Δεν είσαι κουρασμένος; - 'Οχι, όχι!
- Λυπήθηκα για το γεγονός. - Σας ευχαριστώ, κύριε.
Πες μου, Μαρσώ, πόσψν ετών ήταν η μητέρα σου;
- Κοντά στά εβδομήντα. - Α, αρκετά μεγάλη.
- Εμμανουέλ; - Ναι;
Γρήγορα, τρέχα!
Τσελέστε, ήρθαμε!
- Τι κάνεις Μαρσώ; - Καλά, αλλά πεινάω.
Καθίστε τότε. Θα φέρω τα γνωστά, αράξτε εσείς!
Τι θα πάρετε;
'Ο,τι έχετε ορεκτικό, μπριζόλα, τυρί ροκφόρ και έναν καφέ.
'Ορίστε.
- Καλησπέρα, κυρία. - Πώς είστε;
- Παλιο-βρωμιάρη! Ανάθεμά σε! - Σου έκανε τίποτα;
Όλο στους δρόμους τριγυρνάει! Το χαμένο!
'Αντε, προχώρα!
Κοίτα πώς φέρεται στο σκυλί!
- Χοντράνθρωπος, ε; - Μπά!
'Εχω λίγο καλό κρασάκι.
Τι λες, δεν πάμε να φάμε κάτι;
Βεβαίως, σε ευχαριστώ!
'Οπως σου είπα, ήταν εκείνη. Μια γκόμενα που είχα παλιά,
Ο τύπος που βάρεσα...
..ήταν ο αδελφός της.
Ξέρω τι λένε στην γειτονιά, ότι είμαι σωματέμπορας,
..είναι όμως ψέματα. Δουλεύω σε αποθήκη ρουχισμού, αυτό είναι όλο!
Τέλος πάντων, όσο γι' αυτήν...
εγώ πλήρωνα το νοίκι και εκείνη τσο- ντάριζε 15 δολάρια την βδομάδα για φαΐ,
...και ένα-δύο δωράκια πού και πού, σαν γυναίκα κι αυτή, ξέρεις τώρα...
Η κυρία όμως είπε ότι είμαι τσιγκούνης και ότι δεν άντεχε με όσα της πρόσφερα.
Και της λέω, γιατί δεν δουλεύεις 1-2 ώρες τη βδομάδα, καιρός να με βοηθήσεις λίγο.
"Αποκλείεται", μου λέει, και τότε άρχισα να ψυλλιάζομαι πώς κάτι τρέχει.
Μια μέρα βρήκα αυτό το λαχείο στην ατζέντα της...
και δεν μου έλεγε πού βρήκε τα λεφτά να τ' αγοράσει.
Άλλη φορά βρήκα μιαν απόδειξη ενέχυρου, όταν είχε "σπρώξει" δυό βραχιόλια.
Με πιάνεις;
Ποιος διάολος της έδωσε τα βραχιόλια!
Εγώ πάντως, κανένα! Αλλουνού ήτανε!
'Ετσι, της έδωσα πόδι, αφού πρώτα την ξυλοφόρτωσα.
Και την ξεφώνισα για τα καλά!
Τής είπα ότι, αυτό που πάντα ήθελε, ήταν μέσα στο σακούλι, κατάλαβες;
Δεν τελειώσαμε όμως εκεί, Μαρσώ!
Τής λέω: Θα μετανιώσεις πικρά μια μέρα, γιατί μαζί μου πέρασες τα καλύτερα.
Την χτύπησα μερικές φορές, αλλά για πλάκα, αυτό ήταν όλο!
Κλαψούριζε λίγο, φώναζε, αλλά μετά, μαζί στο κρεβάτι.
- 'Οχι, ευχαριστώ. - Λιγάκι ακόμα.
Τώρα όμως, τελειώσαμε. 'Επρεπε να τιμωρηθεί η σκρόφα!
Θα 'θελα τη συμβουλή σου πάνω σ' αυτό.
Σκέφτηκα αρχικά να την πάω σ' ένα μοτέλ, να καλέσω την αστυνομία και να την συλλάβουν σαν πόρνη.
Μετά σκέφτηκα να φέρω και ένα-δυό φίλους απ' την δουλειά.
'Ολοι όμως μου είπαν: "Γιατί δεν την γκαστρώνεις" κάτι που δεν είχα σκεφτεί.
Πες μου λοιπόν, τι γνώμη έχεις για αυτήν την λύση, εσύ;
Δεν είμαι σίγουρος, ξέρεις... αλλά ενδιαφέρον ακούγεται.
Δεν με δούλευε, Μαρσώ; Δεν είχα δίκιο που πίστευα ότι μου τα φόραγε;
Ξέρεις, κάτι τέτοιο δείχνει.
'Ασε να σου πω εγώ τί σκέφτεσαι.
Στέλνω στην κυρία ένα γράμμα. 'Ενα γράμμα από καρδιάς! Με πιάνεις;
Ταυτόχρονα όμως και λίγο σκληρό, ώστε να την κάνω να νιώσει άσχημα.
Με το που έρχεται... τη ρίχνω στο κρεβάτι!
Δεν θα 'θελα να χάσω την ευκαιρία για ένα καλό πήδημα, το 'πιασες;
Μόλις λοιπόν, τελειώνουμε την πετάω στον δρόμο τελειωτικά, και την φτύνω στην μούρη!
Πώς σου φαΐνεται;
Μάλλον, με αυτόν τον τρόπο, θα καταλάβει τι την περιμένει.
Σωστά! Το πρόβλημα είναι πώς ξέρω τι θέλω να πω στο τσουλί, αλλά δεν ξέρω γράμματα.
Γι' αυτό, περίμενα ότι μπορεί να με βοηθούσες εσύ.
Θα σε πείραζε αν το έγραφες απόψε;
'Οχι...
Ξέρω ότι είσαι πραγματικός ποιητής!
Την λένε Γιασμίν.
- Ντόπια είναι; - Ναι.
Λίγες μέρες αργότερα, η Μαρία ήρθε και με πήρε απ' το γραφείο
Περπατήσαμε αρκετή ώρα μέσα στην πόλη, μέσα στους πολυπληθείς δρόμους.
Οι γυναίκες ήταν μελαμψές και όμορφες, και ρώτησα την Μαρία, αν είχε κι εκείνη την ίδια γνώμη.
Μου είπε: Ναι.. ξέρω τι εννοείς!
Θες να με παντρευτείς;
Δεν είναι αυτό που μετράει...
Αλλά, αν αυτό είναι που θες, ας παντρευτούμε.
Μ' αγαπάς;
'Οχι, δεν νομίζω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Αν όμως θέλεις θα σε παντρευτώ.
Νομίζω πως ο γάμος είναι σοβαρό θέμα.
'Οχι.
Μετά μου 'πε ότι ήταν πολύ παράξενη η κατάσταση κι ότι με αγαπούσε γι' αυτόν τον λόγο.
Και ότι μια μέρα, θα με μισούσε πάλι για τον ίδιο λόγο.
Μετά, νιώσαμε ξαφνικά έντονη την ανάγκη να γυρίσουμε στο διαμέρισμά μου,
και να κάνουμε έρωτα.
'Αφησα ανοιχτά τα παράθυρα,
και το δροσερό νυχτερινό αεράκι, δρόσιζε χαϊδεύοντας τα κορμιά μας.
'Ασε την πόρτα ανοιχτή. να μπεί φρέσκος αέρας, εντάξει;
Κοίτα τι φοράω... Τι έχεις εκεί;
A, ωραία!
- Ουστ! Παλιοψωριάρη! - Τι είναι αυτό;
Α, αυτή η ιστορία κρατάει οκτώ χρόνια.
Ο σκύλος δίπλα, έχει δερματικό θέμα, χάνει τρίχες και είναι γεμάτος κακάδια.
Και ο γέρος έχει καταντήσει ίδιος ο σκύλος του.
Το πιο αστείο είναι ότι, ο σκύλος έχει μάθει να βαδίζει σαν τον γέρο.
Είναι σαν δίδυμοι που δύσκολα αντέχει ο ένας τον άλλο.
Με αγαπάς;
Αυτό δεν λέει τίποτα.
Αλλά μάλλον όχι.
- Τώρα; - Ναι, τώρα!
Μωρή πουτάνα! Θα σε φτιάξω εγώ!
Μά, τι γίνεται;
Ω! Μα, είναι φοβερό!
No comments yet. Be the first to leave one.