200 rreshtat e parë.
Εσύ με χτύπησες εκεί πίσω, έτσι;
Πότε;
Όταν πουλούσα μπαλόνια. Με χτύπησες κι έφυγες, σωστά;
-Όχι, δεν το έκανα. -Σε είδα. Είχες το ίδιο μπλουζάκι.
Ήμουν με τον Σαλμάν. Μη με τρελαίνεις.
Δεν το έκανε ο Σαλμάν, εσύ ήσουν.
Δάνεισες σε άλλον το μπλουζάκι;
-Αυτό; -Ναι.
Άντε χάσου.
Όχι, εσύ ήσουν.
-Πού πας; -Να πουλήσω μπαλόνια.
-Πού; -Εκεί που σε πέτυχα.
-Πόσο τα πούλησες; -Σαράντα.
Φάε.
-Χάθηκαν 40 ρουπίες. -Σαράντα;
-Πόσο τα αγόρασες; -Εξήντα ρουπίες.
Τα πουλάμε για εφτά ρουπίες και κρατάμε την προμήθεια.
Μόλις πήρα βάντα.
-Από που; -Το κατάστημα.
Βάλε τα στην τσέπη σου, έλα να πουλήσουμε μπαλόνια.
Κι αν βρέξει;
-Το νερό δεν θα μπει μέσα. -Θα τα κρύψουμε σε μια τσάντα.
-Ναι. -Εντάξει;
Ναι.
Για την τηλεόραση ήρθα.
Ναι, πέρασε.
Θεούλη μου!
Αυτή...
Δεν μπορώ να τη φτιάξω.
Δεν είναι αυτή. Μέσα είναι. Έλα.
Εντάξει.
Ορίστε.
-Τη σβήνεις; -Έγινε.
Βρήκες τι πρόβλημα έχει;
-Τελείωσα. -Τι ήταν;
Έσπασε ένα καλώδιο. Το έφτιαξα, τελείωσα.
Η οθόνη ήταν όλο γραμμές.
Δεν έβλεπες εικόνα.
Θα είναι εντάξει τώρα. Είχε βγει ένα καλώδιο. Το έφτιαξα.
Ωραία.
Κοίτα.
Θεέ μου!
Τι είναι αυτό;
Πρέπει να έγινε βραχυκύκλωμα.
-Όλα θα πάνε καλά. -Πώς θα πάνε καλά;
Θα πάνε. Θα τη φτιάξω.
Η πεθερά μου την έδωσε ως προίκα στη γυναίκα μου.
Τώρα θα γίνει παγκόσμιος πόλεμος. Έξω!
Γιατί δουλεύεις αφού δεν ξέρεις;
-Πάρε τα πράγματά σου και φύγε. -Θα τη φτιάξω.
Δεν θα τα καταφέρεις. Πάρε τα πράγματά σου.
Τι λες; Θα βρούμε φαγητό και νερό στο τζαμί.
Θα τρώμε και θα πίνουμε ό,τι θέλουμε.
Θεέ μου.
Σήκω.
Κάτσε όρθιος.
Θα φαινόμαστε ωραία.
Μπαλόνι;
Έλα, πάρε το μπαλόνι. Πάρε το!
Κανείς δεν τα αγοράζει.
Θεία, θέλεις ένα μπαλόνι; Όχι;
-Τι θα φας; -Φαγητό και τσάι.
Θα φάμε φαγητό πάνω.
-Χτύπησες; -Πάμε.
-Θα φάμε φαγητό. -Θα φάμε φαγητό.
-Θα φας κι εσύ; -Θα φάω κι εγώ.
-Πεινάς; -Άνοιξε το μάνταλο.
Έλα.
-Ναι. -Ο μπέμπης πεινάει.
Κάθισε κάτω. Κάτσε, εντάξει;
Κάθισε κάτω!
Εντάξει;
Θες παπαντούμ;
Θέλεις σοκολάτα; Ποια από όλες;
-Τη μεγάλη. -Τη μεγάλη;
Ποια από όλες;
-Τη μικρή. -Τη μικρή;
Τι μαζεύεις από τα σκουπίδια;
Κάτσε ήσυχος.
Γιατί ψάχνεις εδώ; Δεν μπορείς να βρεις ένα κουτί αλλού;
-Σε ένα μαγαζί... -Σώπα.
Τι κάνεις, αρουραίε; Πες μου.
Θα χρησιμοποιήσω αυτό.
-Για ποιο πράγμα; Πες μου, αρουραίε. -Βούλωσέ το, Χαϊντεραμπάντι.
Γιατί με λες Χαϊντεραμπάντι; Είσαι από το Χαϊντεραμπάντ;
Τι κάνεις; Θα σκιστεί, είναι βρεγμένο κάτω.
Σκάσε, φιλαράκο.
Κλείσε το.
Θα το δώσεις σε κάποιον;
Ως δώρο;
Γιατί το βάζεις εδώ; Θα χτυπήσεις κάποιον;
Έλα μαζί μου να γελάσουμε.
-Χτύπησες; -Κάνε στην άκρη.
-Εσύ εκεί μέσα. -Τι τρέχει;
-Έλα, δώσε το. -Ποιο;
-Την πατάτα; -Το πορτοκάλι, έλα.
Το πορτοκάλι; Σου μοιάζει για αγορά εδώ;
Απλώς φέρε το, μην παίζεις θέατρο.
-Έχεις λεφτά; -Θα σε φιλήσω, άντε.
Περίμενε έξω.
Λες κι έχει θησαυρό.
Ορίστε.
Τι βλακείες μου δίνεις! Τι χρώμα είναι αυτό;
Πού το βρήκες;
-Το κατούρησα. Το θέλεις; -Γι' αυτό το αλκοόλ σου είναι σαν κάτουρο.
-Πάρε. -Δώσε το πίσω.
Είναι δυο.
Πάρε τα, φίλε.
Με έπρηξες!
Φίλε, η ρόδα σου παίζει.
Να το δέσω;
Να το δέσω;
Να το δέσω;
Ξέρεις πώς;
Μην το κάνεις.
Είναι η εποχή να φυσάς μπαλόνια Αλλιώς, θα ήταν διαφορετικά
Κάθισε εκεί.
Γύρνα από εκεί. Θα σε χτυπήσω τόσο, που ούτε το σώμα σου δεν θα βρουν.
-Έλα εδώ. -Ναι. Έρχομαι.
Μπροστά μου είσαι. Μίλα.
Η μάνα σου...
-Αρμπάζ, πόσα έβγαλες; -Εξήντα ρουπίες.
Πάμε να φάμε κάτι, πεινάω πολύ.
Όχι, θα πάρω γάλα, τσάι και ζάχαρη για το σπίτι. Και λάδι και αλεύρι.
Γιατί; Λάδι;
-Ναι. -Θα περισσέψουν λεφτά, έλα.
-Ζάχαρη. -Ας φάμε.
Δεν θα τα κρατήσεις στο σπίτι;
Δεν μένω στο σπίτι μου, φίλε.
-Χρειάζομαι λεφτά για το σπίτι. -Δεν τα ζητάς βερεσέ;
Δεν δίνουν. Λένε ότι οι πωλητές μπαλονιών δεν πληρώνουν.
Τι θα κάνουμε, τότε;
-Τι θα κάνουμε; -Αυτό.
-Αυτό; -Ναι.
-Πάμε. -Πάμε.
-Πάμε! -Πάμε, τότε.
-Οι πατάτες; -Δώδεκα ρουπίες το κιλό.
-Τα κρεμμύδια; -Δεκαέξι.
Τι άλλο θέλεις;
Έχεις κάτι άλλο, πέρα από αυτά;
Μόλις σε ρώτησα αν θέλεις κάτι άλλο.
-Κι εγώ αγοράζω από αλλού. -Μα έχεις μόνο πατάτες και κρεμμύδια.
-Δεν τα έχω, όντως. -Δώσε ένα κιλό από το καθένα.
Δώσε τα λεφτά.
-Αύριο. -Τι;
Αύριο.
Τώρα, όχι αύριο. Δώσε τα ή φύγε.
-Θα τα δώσω αύριο. -Ποιος ζει μέχρι αύριο; Τα έχεις;
-Λες να μην τα έχω κι αύριο; -Πώς ξέρω ότι θα σε ξαναδώ;
-Πάμε στο σπίτι μου; -Τι;
-Έλα να το δεις. -Απλώς φέρε τα λεφτά.
Θα έρθω να σου τα φέρω.
-Όχι. Αν τα έχεις τώρα, εντάξει. -Θα τα δώσω σε λίγο.
-Τότε έλα σε λίγο. -Σε μια ώρα.
Τα φαγητό θα είναι έτοιμο και θα κάνω πωλήσεις.
Έχουμε συμβόλαιο ότι θα σου δίνω βερεσέ;
-Αν σου δώσω τα λεφτά... -Όχι. Φύγε. Αν έχεις λεφτά, φέρε τα.
-Θα σε πληρώσω κάποια στιγμή. -Δεν έχω αγρόκτημα.
Φέρε τα, δεν είναι καλό να δανείζεις.
-Εντάξει, θα τα φέρω. -Πήγαινε να τα φέρεις.
Έχει μυρμήγκια, φίλε!
Έχει μυρμήγκια εδώ!
Ψάξε, ηλίθιε.
Βρες σπίρτα. Αλλιώς δεν μπορώ να τις ψήσω.
Ξεχάσαμε να πάρουμε σπίρτα, φίλε.
-Τι κάνεις εκεί, μπούφε; -Τι τρέχει, παιδιά;
-Σαλμάν, πάνω στην ώρα. Δώσε ένα σπίρτο. -Τι κάνετε;
Ψήνουμε πατάτες.
-Μία μου φτάνει. -Έλα, θα τις μοιραστούμε.
-Μας σώνεις. Ψήσε τις. -Άναψε τη σιγά.
-Από κάτω. -Την ανάβω.
Έσβησε.
-Κάνε το σωστά. -Ένα τη φορά.
Άναψε πρώτα το χαρτί, φίλε.
Ναι, άναψε το χαρτί. Κάνε το εσύ. Πάρε το.
-Δώσε το. -Θα το κάνω εγώ.
-Έλα. -Αν δεν ανάψει, θα σου τις βρέξω άσχημα.
Κάτσε να την ανάψω.
-Χαζέ. -Ξέρετε πώς γίνεται;
-Μια πατάτα λιγότερη για αυτόν. -Μια πατάτα λιγότερη για σένα.
Έβαλε τόσα σπίρτα, γιατί δεν βγάλατε από αυτόν;
Η μία πατάτα είναι δική μου.
Άναψέ τη.
-Δεν θα ανάψει έτσι. -Θα ανάψει.
-Ξεδίπλωσε το χαρτί. -Η μάνα σου...
Ξεδίπλωσέ το.
-Δεν ξέρετε... -Πού βρήκατε βρεγμένο χαρτί;
-Φέρε καλό χαρτί, Χαϊντεραμπάντι. -Άντε χάσου.
-Δώσε το εδώ. -Είναι στεγνό χαρτί.
Θα δοκιμάσω ξανά με αυτό.
Θα δοκιμάσουμε μέχρι να γυρίσει.
Σταματήστε. Χαλάτε το προσάναμμα.
Αυτό είναι καλό. Βάλε αυτό από πάνω.
Ηλίθιοι, ποιος θα φέρει αλάτι και πιπέρι;
Να πάρει!
Το ξεχάσαμε.
Φέρε από το σπίτι σου. Θα έχεις στο σπίτι.
Είναι πολύ μακριά.
Ραούλ, φέρε από το δικό σου.
Εντάξει, θα πάω.
No comments yet. Be the first to leave one.