முதல் 200 வரிகள்.
Μία αληθινή ιστορία ειπωμένη από τον Σβεν Νύκβιστ...
Όχι!
Έχασες το μυαλό σου, Χέλγκε;
Τί να έκανα; Πρέπει να φάμε.
Πώς μπόρεσες; Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό στον Σβέννινγκ;
Ο Σβέννινγκ έχει κι άλλο. Πρέπει και μεις να ζήσουμε.
Βοήθησέ με.
Σταμάτα να κλαψουρίζεις και βοήθησέ με.
Τώρα πάει, έγινε.
Βοήθα με. Ή μήπως θα 'θελες να αρρωστήσει η Άννα και να πεθάνει;
Αγαπητοί φίλοι.
Σε καιρούς πείνας και ανάγκης δεν υπάρχουν καλά μαντάτα.
"Πότε αξιωθήκαμε τελευταία να έχουμε καλά νέα;", αναρωτιόμαστε.
Οι λιγοστές σοδειές τα τελευταία δύο χρόνια
έφεραν αρρώστιες και αναταραχές σ' ολόκληρη τη χώρα.
Στην ενορία μας γέροι και παιδιά πεθαίνουν.
Κακόβουλες, ψεύτικες φήμες που κυκλοφορούν
υπόσχονται αφθονία και εύκολο κέρδος οπουδήποτε αλλού στον κόσμο.
Είναι απόλυτη ανάγκη να μην παρασυρόμαστε.
Εμείς που απομείναμε, είμαστε απαραίτητοι εδώ.
Ευχαριστώ.
Ευχαριστώ, Χέλγκε. Θα φροντίσω εγώ για τα υπόλοιπα.
Σε περιμένουν. Ο Σβέννινγκ σε περιμένει στο κάρο.
Καλά Χριστούγεννα, Χέλγκε.
- Καλά Χριστούγεννα. - Ευχαριστώ για τη βοήθεια.
Σύντομα θα σφάξετε το παχύ μοσχάρι και θα είστε μέσα στη χαρά!
- Τα ίδια έλεγες και πέρυσι... - Δεν με πιστεύετε;
Βροντή ακούστηκε όταν μπήκε ο χειμώνας. Καλό σημάδι!
Αλλά στην Αμερική βήχουν και φτύνουν αίμα.
Δεν ένοιωσες ακόμα Χριστούγεννα; Αν όχι, έλα σε μένα!
Τί τρέχει;
Δεν μπορείτε να ηρεμήσετε ούτε σήμερα, χρονιάρα μέρα;
Φοβάμαι πως πρέπει να αρκεστούμε στο λιγοστό φαΐ που έχουμε.
- Είσαι χλωμή, Ελφρίντα. - Δεν κοιμάται αρκετά.
Το μωρό κλαίει και κάνει φασαρία. Πεινάει.
Μια μικρή χτένα για σένα.
- Ένα μικρό δωράκι για σένα. - Ευχαριστώ.
Να δούμε αν υπάρχει κάτι και για σένα;
- Ορίστε. - Κι αυτό εδώ για σένα. - Ευχαριστώ.
Και λίγο γάλα για την Άννα. Καλά Χριστούγεννα, μικρούλα.
Δεν μπορώ να σε έχω στη δούλεψή μου όπως είναι τώρα η κατάσταση.
Ίσως μπορέσω όμως το καλοκαίρι.
Σβέννινγκ, τί το έκανες το άλλο βόδι;
Τί λες;
Έξω είναι το ένα μόνο.
Συνήθως είναι τα δυο μαζί.
Μέρα που βρήκε να χαθεί!
- Θα τους το πω! - Θέλεις να πεθάνει η Άννα;
Χέλγκε, πάμε να ψάξουμε στο βάλτο. Εσύ ξέρεις πού πάνε συνήθως.
Νομίζω πως η Άννα ανέβασε πυρετό.
Δεν είναι καλά.
Πρέπει να πάμε σπίτι.
Να ξέρεις ότι θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σας βοηθήσουμε.
Ευχαριστώ.
Σίγουρα θα βρουν το βόδι και ο Χέλγκε θα επιστρέψει.
Καλά Χριστούγεννα.
Πρέπει να σταματήσουμε. Σύντομα θα πέσει το σκοτάδι.
Γιατί να μην ψάξουμε κοντά στο Κρούκουλτ; Από κει το πήραμε.
Γύρνα πίσω.
Δεν έγινε τίποτα.
Αμαρτήσαμε ενώπιον του Θεού...
...του νόμου...
...και του Σβέννινγκ, του αφεντικού μας.
Θα μπορούσαμε να του ζητήσουμε...
Ήξερες πως θα είμαστε κι οι δυο ένοχοι στα μάτια του Κυρίου.
Έπρεπε να ζητήσεις από τον παπά...
Πάψε!
Τί μου ζητάς να κάνω; Να τους δώσω πίσω το κρέας;
Φάτο αργά, για να μην ξεράσεις.
Φάτο, για να έχεις γάλα.
Αλάτι. Χρειαζόμαστε πολύ αλάτι.
Αλλοιώς θα σαπίσει.
- Πώς είσαι, πάτερ; - Γεια σου, Φλυκτ.
- Μαχαίρια; Τσεκούρια; - Αργότερα, μετά τις γιορτές.
- Ξέρω ποιός έκλεψε το βόδι. - Το ξέρεις;
Ο Ρους. Ο Χέλγκε Ρους.
Η εχθρότητα δεν οδηγεί πουθενά. Μην την βαθαίνεις ανάμεσά σας.
Η παλιά ιστορία για τη γυναίκα του Ρους ανήκει στο παρελθόν.
Άσ' την στην ησυχία της και θα είστε όλοι ευτυχισμένοι.
Τον είδα τις προάλλες στο βοσκοτόπι να κλέβει το αλάτι από τις αγελάδες.
Τί λες, πάτερ; Γιατί το χρειάζεται;
Δεν νομίζω πως είσαι ο κατάλληλος να ρίξει πρώτος τον λίθον. Στο καλό!
Δεν έχω λεφτά, αλλά...
Δεν έχει πίστωση, λυπάμαι.
Έξι μήνες ήταν άφραγκοι. Φεύγουν τώρα για την Αμερική.
Θα σου κάνω εγώ πίστωση. Μεγάλη, για το ρολόι και τα κουτάλια.
Φύγε από κει, Σίλβερ. Δεν σε θέλω εδώ.
Άσε την κλάψα, Ρους. Δείχνεις σαν να 'χεις ό,τι θέλεις.
Δεν πρέπει να φάμε τίποτα σήμερα. Φαινόμαστε αφύσικα υγιείς.
Έρχεται ο Σβέννινγκ!
Μυρίζει αληθινό φαγητό!
Λαγός. Κατάφερα κι έπιασα έναν.
- Θα μας κάνεις παρέα; - Όχι, φάτε εσείς.
Θα φάω σε λίγο στο σπίτι. Λοιπόν...
Θα κουβαλήσουμε ξύλα αύριο. Θα βοηθήσεις;
Ναι.
Ωραία.
Καλή όρεξη.
Ξεκίνα.
Άντε, ξεκίνα, τεμπελόβοϊδο!
Αν δεν τα πάμε στον μύλο, δεν θα έχουμε λεφτά για τον χειμώνα.
- Να ελαφρύνουμε λίγο το φορτίο; - Ανάθεμα τον κλέφτη...
Αν τον έπιανα στα χέρια μου θα τον έστελνα στην κόλαση!
Έκανα κάτι λάθος; Ήθελε να με εκδικηθεί για κάτι;
- Είναι ο Άμπρααμ Λάρσσον εδώ; - Ναι.
Και ο Φλυκτ, ο στρατιώτης;
- Έχασε τον δρόμο του απ' το πιοτό. - Και τον δρόμο του για τον πόλεμο.
Και η Μέρτα, η κόρη του Ντάνιελ, με την κόρη της την ...Μπρίττα;
Ναι.
Το εκκλησίασμά μας μικραίνει μέρα τη μέρα. Έχουμε όμως μία καινούργια!
Την Άννα, κόρη των Χέλγκε και Ελφρίντα Ρους. Γεννηθείσα την 12η Οκτωβρίου, πέρυσι.
Υποθέτω πως κανείς δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο βοηθός Γιούχαν Νίλσσον.
Τον είδα στο Σεφταμπού. Αλήθεια! Πουλούσε ένα σωρό πράγματα...
Είσαι άρρωστος; Χέλγκε!
Με κοιτάνε σαν να 'μαι φονιάς...
"Δος ημίν σήμερον τον άρτον ημών τον επιούσιον''. Τί σημαίνει, Σίλβερ;
Όλα τα αναγκαία για να ζήσουμε.
Τροφή και ποτό και λεφτά και ρούχα.
Μάλλινα ρούχα και λινά και κουμπιά και αρωματικό αλάτι.
Μπρούτζινα κουμπιά και καλό καιρό και καλό όνομα...
Ευχαριστούμε. Καλά τα πήγες.
Ποιός θα μου πει την 7η εντολή; Κάισα Γιουχανσντόττερ;
- "Ου κλέψεις." - Και τί σημαίνει, Γιενς Πέττερ;
Να αγαπάμε και να φοβόμαστε τον Θεό, ώστε να μην αρπάζουμε
από τον γείτονά μας
τα λεφτά του και τα αποκτήματά του...
Και "ου ψευδομαρτυρήσεις κατά του πλησίον και ουκ επιθυμήσεις την γυναίκα αυτού."
Και "ου φονεύσεις...", άλλο το ένα κι άλλο το άλλο.
Ξέρω κάποιον που έχει κάνει και το ένα και το άλλο.
Ξέρω.
Ξέρω!
Δεν έχασε τον δρόμο του μόνον ο Φλυκτ.
Φαίνεται πως και ένα από τα βόδια του Σβέννινγκ έπαθε το ίδιο.
Ας ελπίσουμε ότι θα αντικατασταθεί ή θα βρεθεί.
Χέλγκε...
Ξέρω ότι δεν είσαι κακός.
Φύγετε από δω!
Διάβολε!
- Γιαυτό έκαναν έτσι τα σκυλιά. - Θα είναι θέλημα Θεού.
Δεν έχει να κάνει ο Θεός μ' αυτό. Δεν είχαμε αρκετό αλάτι.
Όλου του κόσμου το αλάτι δεν θα σταματούσε το σάπισμα.
Τότε, θα πεθάνουμε από πείνα.
- Τί έχεις εκεί; - Λίγο ψωμί και βούτυρο.
Πήγες και ζητιάνεψες;
Πρέπει να ζήσουμε.
Δεν ζητιανεύουμε!
- Αυτό μάς απέμεινε. - Αυτό δεν τρώγεται.
Υπάρχει αγορά στο Γιένσεπιν.
Ίσως μπορέσουμε να το πουλήσουμε εκεί.
- Θα ψάξω κάποιον που ξέρω. - Μην πας από τα γνωστά μονοπάτια.
Μόνο γελάδια θα βρεις τώρα, η αγορά είναι σε μία εβδομάδα.
- Θα το σκεφτώ. - Τί άλλο μάς μένει να κάνουμε;
Είπα θα το σκεφτώ!
Καλησπέρα.
- Τί θέλεις; - Μπορώ να έχω λίγο νερό;
- Περπατούσα όλη μέρα. - Δεν έχω νερό εδώ.
Υπάρχει κουβάς έξω. Φέρε από κει.
- Ευχαριστώ. - Πριν φύγεις...
Μπορείς να μου διαβάσεις αυτό; Τα μάτια μου είναι αδύναμα.
Είναι από την Αμερική.
"Μιννεσότα, 4 Μαρτίου 1868.''
''Λατρευτή μου γυναίκα, χαίρω άκρας υγείας.''
''Ελπίζω ο Κύριος να σε έχει ομοίως καλά.''
''Στον πάτο του μπαούλου...''
''Στον πάτο του μπαούλου σού ζητώ να βάλεις τον Κατάλογο των Εντολών..."
Χέλγκε;
Καλά κατάλαβα πως είσαι εσύ.
- Για πού το 'βαλες; - Πάω στην αγορά.
Αλήθεια; Και γω το ίδιο. Δεν έρχεσαι να πάμε παρέα;
Ναι...
- Τί δουλειά έχεις εκεί; - Πρέπει να πάω για...
Για;
Είθε ο Κύριος να σε συγχωρήσει, Χέλγκε. Δεν ξέρω τι να πω.
Τί πρέπει να κάνουμε τώρα;
Δεν θα τελειώσεις το γράμμα;
Έλα, διάβασέ το.
"...και τα τρία ζεύγη..."
"...σκελέες, που δεν πίστευα πως θα χρειαζόμουν εδώ.''
''Αλλά που τελικά τις χρειάζομαι.''
''Μ' όλη μου την αγάπη. Είθε ο Κύριος να σε προστατεύει.''
Γκούσταφ Σάμουελ-
Καλύτερα να πάμε αμέσως στο Δικαστήριο, όπως καταλαβαίνεις.
Πρέπει να το τακτοποιήσουμε.
Πήγαινα να βρω τον Κυβερνήτη για να ζητήσω βοήθεια.
Και να που έγινε αυτό.
Πρώτης τάξης ασήμι και χαλκός. Στη μισή τιμή!
Εμπρός, πάρτε πριν τελειώσουν.
Ελάτε, δείτε τα, καλοί μου φίλοι!
Πάρ' το μαζί σου.
Ήσυχα εσύ. Ήσυχα.
Χέλγκε...
Πώς μπόρεσες και το 'κανες αυτό στον Σβέννινγκ, Χέλγκε;
- Σου έχει κάνει τόσα και τόσα καλά. - Πεθαίναμε από την πείνα.
Ήταν σαν να μην ήμουν εγώ, αλλά κάποιος άλλος.
Κάποιος άλλος κρατούσε το μαχαίρι.
Τον Διάβολο κατηγορείς;
Σκέψου, Χέλγκε.
Αν ήταν στους δύσκολους καιρούς να τριγυρνάμε σφάζοντας,
στο τέλος, δεν θα σφάζαμε μόνο βόδια.
Θα σφαζόμασταν αναμεταξύ μας.
No comments yet. Be the first to leave one.