ആദ്യത്തെ 200 വരികൾ.
Ο Κόμης Μόντε Κρίστο Επεισόδιο 3 - Ο θησαυρός
Με συγχωρείτε.
Υπάρχει ένας άντρας που ονομάζεται Λουί Νταντές.
Μένει ακόμα εδώ;
Πέθανε πριν από πολλά χρόνια.
- Πότε πέθανε; - Πριν από πέντε, έξι χρόνια.
- Ξέρεις πού είναι θαμμένος; - Στον Άγιο Αυγουστίνο.
Σ' ευχαριστώ.
Με συγχωρείτε, κύριε. Μπορείτε να με βοηθήσετε;
Βλέπεις;
"Λουί Νταντές. Πέθανε από θλίψη, 1825".
Κι εκεί δίπλα του είναι ο γιος του, Έντμοντ Ντάντες.
Πέθανε 10 χρόνια πριν από τον πατέρα.
Ντροπή, έτσι δεν είναι;
Καλημέρα σας, κύριε.
Εδώ μένετε;
Μάλιστα.
Κάποτε ζούσε εδώ μια γυναίκα που μπάλωνε δίχτυα.
Ξέρετε πού είναι τώρα;
Το όνομά της είναι Μερσέντες.
Έχει φύγει εδώ και καιρό.
Πού πήγε;
Παντρεύτηκε, και μετακόμισε στο Παρίσι.
Ει! Σταμάτα!
Ελευθέρωσέ με! Ελευθέρωσέ με φίλε μου!
Πήγαινε από κει.
Φύγε μακριά μου!
Ει, πήγαινε από κει!
Είσαι τρελός; Πήγαινε τώρα, όσο είναι ήσυχα!
Γιατί το έσκασες απ' αυτούς; Θα είσαι καλύτερα μακριά μου.
Πήγαινε, όσο έχεις την ευκαιρία.
Ήξερα ότι έπρεπε να μείνω μαζί σου.
- Από πού είσαι; - Απο το Ταλαμόνε.
- Τι γυρεύει ένας Ιταλός στη Μασσαλία; - Λαθρεμπόριο.
- Τι λαθρεμπόριο; - Κρασί, κονιάκ.
Μας έπιασαν στην παραλία με τα λαθραία μέσα στα κιβώτια.
Τώρα δεν ξέρω τι να κάνω με το καΐκι... και τον βουβό.
Δεν ξέρω καθόλου να το κουμαντάρω.
- Ποιός είναι ο βουβός; - Ο ανιψιός μου.
Τον αφήσαμε να φυλάει το καΐκι.
Πού είναι αυτό το καΐκι;
Αγκυροβολημένο σε έναν όρμο, λίγο πιο κάτω.
Έτορε! Έτορε, εγώ είμαι!
Μην πυροβολείς, ηλίθιε! Άσε κάτω το μουσκέτο!
Εγώ είμαι.
Μας έπιασαν όλους. Ξέφυγα με τη βοήθεια του φίλου μου εδώ.
Θα μας πάει πίσω στην πατρίδα.
Ο Τζάκοπο μου λέει πως ξέρεις να δουλεύεις τα πανιά.
Μπορείς να τον επιστευτείς. Μου έσωσε τη ζωή.
Τι λέει;
Είπε ότι μοιάζεις περισσότερο με αγρότη παρά με ναύτη.
Θα το δούμε.
Τι είσαι;
Ποιος είσαι;
Είμαι ο Σεβάχ ο Ναύτης.
Ο προηγούμενος τιμονιέρης είχε χάρτες και πυξίδα;
Είναι στο αμπάρι.
Φέρε μου τα.
Δεν βλέπω τη γη.
Ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση.
Που βρισκόμαστε;
Περίπου 10 λεύγες από το νησί Μόντε Κρίστο.
Το Μόντε Κρίστο απέχει πολύ από το Ταλαμόνε. Γιατί δεν πάμε ευθεία;
- Έρχεται καταιγίδα. - Καταιγίδα;
Θα πάμε στο νησί, θα περιμένουμε να περάσει,
και μετά θα πάμε απέναντι στο Ταλαμόνε.
Είσαι τρελός; Ποιά καταιγίδα; Ο ουρανός είναι γαλάζιος.
Θέλεις να πάρεις εσύ το τιμόνι; Άντε, πάρτο.
- Έχεις ξαναέρθει εδώ; - Μερικές φορές.
Υπάρχει ένα ορόσημο στο νησί που ονομάζεται Βράχος του Λαγού.
- Το ξέρεις; - Δεν το άκουσα ποτέ.
Μαζέψτε ξύλα για φωτιά. Θα πάω να πιάσω μια κατσίκα για φαγητό.
- Θα έρθω μαζί σου. - Όχι, εσύ μείνε εδώ με τον βουβό.
Να φυλάτε το καΐκι.
Δεν θέλουμε να το πάρουν τίποτα λαθρέμποροι.
...28, 29, 30, 31...
Λαγός, λαγός...
Πού είναι, Αββά; Που είναι;
Πες μου!
60 βήματα...
26, 27,28, 29, 30...
...31, 32, 33, 34, 35, 36...
Τι κάνεις ρε φίλε;
Χρειάζεσαι μια πυξίδα για να πιάσεις μια κατσίκα;
Απλώς προσανατολιζόμουν.
Ο καιρός είναι καλός. Σαλπάρουμε.
Ελα.
Έτορε!
Φεύγουμε.
Δεν έπιασε καμιά κατσίκα.
- Πήγαινε εσύ. - Θέλουμε να πάμε σπίτι, τώρα!
Μπες στη βάρκα, σε παρακαλώ.
Μπες στη βάρκα!
Τι τρέχει;
Τι βλέπεις;
Σεβάχ!
Τι κοιτάς;
Όταν φτάνουμε στο Ταλαμόνε, τι παίζει με αυτό το καΐκι;
Θα το παραδώσουμε στον θείο μου. Του ανήκει.
Σ' αρέσει το φαγητό;
Το ψάρι είναι πολύ καλό.
Αύριο θα πάμε να πιάσουμε περισσότερα.
Έχεις δική σου βάρκα;
Μια μικρή. Εκείνη.
Με κόκκινο πανί.
Η αδερφή μου η Αριάννα, σου έχει στρώσει κρεβάτι στο σπίτι.
Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου,
αλλά νομίζω ότι θα κοιμηθώ έξω, αν δεν σε πειράζει.
Δεν σου αρέσει η αδερφή μου;
Μου αρέσει να κοιτάζω τα αστέρια.
Είσαι αστείος άντρας, Σεβάχ. Αστείος άνθρωπος.
Αντόνιο, παίξε για μας.
"Είναι ένας χάρτης του νησιού Μόντε Κρίστο,"
"όπου είναι κρυμμένος ένας μεγάλος θησαυρός."
"Πιστεύω ότι είναι ακόμα εκεί."
Τι; Τι είναι αυτό;
Σεβάχ!
Ευλογημένος να 'σαι, Αββά Φαρία.
Ευλόγησέ με, Πάτερ, διότι αμάρτησα.
Πότε ήταν η τελευταία σου εξομολόγηση;
Πριν δεκαπέντε χρόνια.
Πρέπει να έχεις διαπράξει πολλές αμαρτίες από τότε.
Θέλεις να τις εξομολογηθείς;
Φοβάμαι ότι έχω εγκαταλείψει τον Θεό.
Και τον έχεις;
Θέλω να πάρω εκδίκηση για ένα σοβαρό πλήγμα που μου συνέβη.
Τι σου έκαναν γιε μου;
Μου έκλεψαν 15 χρόνια από τη ζωή μου.
Τη μόνη γυναίκα που αγάπησα ποτέ, μου την πήραν εκείνη την εποχή.
Και τώρα θέλω εκδίκηση.
Γιε μου, πρέπει να συγχωρήσεις όποιον στο έκανε αυτό.
Αν δεν το κάνεις, θα μπεις στις πύλες της κόλασης
όπου θα σε κατακαίνε οι αιώνιες φλόγες.
Θέλεις να απαλλαγείς από τις αμαρτίες σου, γιε μου;
Θέλω δικαιοσύνη. Αυτό είναι το μόνο που θέλω.
Ο Θεός δίνει δικαιοσύνη, όχι ο άνθρωπος.
Και τι γίνεται αν δεν μου τη δώσει;
Τότε η πρόνοια θα την παρέχει.
Και αν δεν το κάνει, τότε ποιος θα το κάνει;
Ο Θεός δεν μπορεί να μου προσφέρει ούτε δικαιοσύνη ούτε πρόνοια.
Και σίγουρα πρέπει να το πετύχω με δικά μου μέσα.
Οχι.
Υποσχέσου μου στο όνομα του Θεού και στο όνομα του Υιου Του
ότι δεν θα κάνεις ποτέ αυτά τα πράγματα που σκέφτεσαι.
Πρέπει να συγχωρήσεις, γιε μου,
γιατί χωρίς συγχώρεση δεν θα βρεις ποτέ ξανά αγάπη.
Τζάκοπο!
Αυτό έφτασε για σένα χθες στο ταχυδρομείο.
Είσαι σίγουρος ότι είναι για μένα;
Έχει το όνομά σου.
Ξέρεις, δεν μπορώ να διαβάσω.
"Αγαπητέ Τζάκοπο,"
"αγόρασα δύο μεγάλα ψαροκάικα για την οικογένειά σου"
"και εξουσιοδότησα έναν συμβολαιογράφο"
"να αγοράσει τρία σπίτια για σένα και τα αδέρφια σου."
"Αλλά εσύ, ως αντάλλαγμα, πρέπει να έρθεις στη Μασσαλία".
"Κάνε κράτηση στο ξενοδοχείο Le Pinson έξω από την πόλη."
"Θα σε δω εκεί το μεσημέρι της τελευταίας μέρας του μήνα".
"Έλα ντυμένος σαν κύριος... Σεβάχ."
- Τι άλλο είχε μέσα; - Μόνο χαρτί.
Σ' ευχαριστώ.
Κόκλς, εσύ είσαι;
Με ποιον έχω την τιμή;
Μεσιέ Λαβίτ.
Έκανα κάποιες δουλειές με τη Μορέλ & Υιός πριν από πολλά χρόνια.
Διάβασα σε μια εφημερίδα ότι η Μορέλ & Υιός είναι προς πώληση.
Ξέρεις για ποιό λόγο;
Τα πράγματα δεν πάνε καλά για τον μεσιέ Μορέλ, έτσι;
Θα μπορούσες να το πεις αυτό. Η αποθήκη του είναι σχεδόν άδεια.
Πόσα χρωστάει;
Δεν νομίζω ότι έχω την ελευθερία να το αποκαλύψω, κύριε.
Ο μεσέ Μορέλ έχει ακόμα τον Φαραώ;
Όχι, βυθίστηκε, μαζί με τα άλλα δύο πλοία του.
Και το πλήρωμα; Πνίγηκαν με το πλοίο;
Ευτυχώς σώθηκαν.
Μακάρι να μπορούσα να πω το ίδιο και για τα πληρώματα των άλλων δύο πλοίων.
- Σεβάχ! - Τζάκοπο.
Χαίρομαι που σε βλέπω πίσω στη Μασσαλία.
- Χαίρομαι πολύ που ήρθες. - Πώς θα μπορούσα να μην έρθω;
Κάθισε.
Τσάι για μένα, παρακαλώ.
Τα ψαροκάικα, τα σπίτια... Πώς να σ' ευχαριστήσω αρκετά;
Η ευχαρίστηση είναι δική μου.
Αλλά πρέπει να ρωτήσω, πώς το έκανες;
- Πέρασα από εναν συμβολαιογράφο. - Όχι. Είσαι αστείος, φίλε.
Όχι, εννοώ, πώς βρήκες τόσα χρήματα;
Α, αυτό; Όχι, όχι, όχι.
Έλαβα μια πολύ σεβαστή κληρονομιά.
Τζάκοπο, χρειάζομαι τη βοήθειά σου.
Για σένα, θα έκανα τα πάντα, φίλε μου.
Θέλω να δουλέψεις για μένα.
Μερικά από τα πράγματα που θα σου ζητήσω
θα μπορούσαν να θέσουν τη ζωή σου σε κίνδυνο.
- Σχεδιάζεις καμιά ληστεία; - Όχι ακριβώς.
Αυτό που θα σου πω τώρα, πρέπει να μείνει μεταξύ μας
για το υπόλοιπο της ζωής σου. Είναι σαφές αυτό;
Πολύ σαφές.
Κι αν σου έλεγα ότι υπάρχει ένα νεκροταφείο όχι μακριά από εδώ με μια ταφόπλακα.
Και σ' αυτή την ταφόπλακα
είναι γραμμένο το όνομά μου και το έτος του θανάτου μου, 1815.
No comments yet. Be the first to leave one.