The first 200 lines.
Απόδοση-Επιμέλεια: Sparta
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΩΣΗΦ
Θεέ μου!
Θεέ μου!
Θεέ του Αβραάμ!
Βοήθησέ με!
Μίλησέ μου, Θεέ.
Είμαι η Ρεβέκκα, θυγατέρα του Βαθουήλ...
σύζυγος του Ισαάκ, υιού του Αβραάμ,
υιού του Θαρά.
Τώρα είμαι καλά.
Τώρα ακούς τις προσευχές του συζύγου μου.
Είμαι πολύ γριά.
Όταν ήμουν νέα,
η ράχη μου ήταν δυνατή, τα κόκαλά μου ανθεκτικά.
Μπορούσα να γεννώ γελώντας.
Αλλά έκλεισες τη μήτρα μου.
Ο Ισαάκ ακουμπούσε το χέρι του
στην επίπεδη κοιλιά μου και με κοιτούσε, κι εγώ τον έβλεπα
να κοιτά τις έγκυες προβατίνες, και τις άλλες γυναίκες
να περιφέρουν τις μεγάλες τους κοιλιές μπροστά μου, ταπεινώνοντάς με.
Είμαι γριά.
Εννέα μήνες τώρα, ο πόνος μου ξεσκίζει την καρδιά και τη ράχη.
Είμαι εξαντλημένη και πονώ.
Δεν μπορώ να φάω, ούτε να πιω ούτε να κοιμηθώ.
Τι μου κάνεις;
Γιατί ζω ακόμη;
Μίλησέ μου.
Κύριε...
Ακολουθήστε με! Τρέξτε!
—Μου μίλησε. Ο Θεός μου μίλησε. —Ηρέμησε.
Εἶπεν· **"Δύο ἔθνη εἰσὶν ἐν τῇ κοιλίᾳ σου,**
**καὶ δύο λαοί ἐκ τῆς κοιλίας σου διαχωρισθήσονται,**
**καὶ λαὸς λαοῦ ὑπερέξει,**
**καὶ ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι."**
Φώναξε, αγαπημένη μου.
Άσε τον γέρο Ραμαθίτη να μάθει πόσο κοστίζει αυτό το παιδί.
Ισαάκ, υἱὲ τοῦ Ἀβραάμ, υἱὲ τοῦ Θάρα!
Απέκτησες υἱόν!
Ισαάκ, υἱὲ τοῦ Ἀβραάμ, ἀπέκτησας δύο υἱούς.
ΜΕΡΟΣ Α’ – ΙΑΚΩΒ ΚΑΙ ΗΣΑΥ
Αυτή είναι η γη Χαναάν.
Οι λόφοι ανάμεσα στη Μεσόγειο και τη Νεκρά Θάλασσα.
Εδώ, πριν από σχεδόν 4.000 χρόνια, έζησε ο Ισαάκ, ο πατριάρχης, και το σόι του.
Σε καιρούς ανέχειας,
προσεύχονταν στον έναν τους Θεό, τον Ιεχωβά.
Και οι ευλογίες Του φάνηκαν στα κατσίκια και τα αρνιά,
και στη γονιμότητα κάθε είδους.
Εδώ, ο Ισαάκ και η Ρεβέκκα είδαν τους δύο υιούς τους
να μεγαλώνουν και να γίνονται άνδρες.
Καὶ ἠγάπησεν Ἰσαάκ τὸν Ἠσαῦ, διότι ἐκ τῆς θήρας αὐτοῦ ἐσθίει.
Ἡ δὲ Ρεβέκκα ἠγάπα τὸν Ἰακώβ.
Αδελφέ μου μικρέ.
Πατέρα.
Ησαύ;
Αυτό είναι για σένα.
Πέντε, δέκα και εκατό, μείον τρία.
Είναι πολύ νωρίς, μητέρα.
Ο ήλιος έχει ήδη ανατείλει.
Ξέρεις, ο Θεός είπε στον πατέρα σου και στον παππού σου
ότι θα έκανε μεγάλο έθνος απ’ το σπέρμα τους.
Εγώ αρκούμαι σε δίδυμα αρνιά και χόρτο για τις κατσίκες.
Και μου υποσχέθηκε...
Το άκουσα όταν ήσουν εδώ: **"Ὁ μείζων δουλεύσει τῷ ἐλάσσονι."**
Αλλά ο νόμος λέει πως ο πρωτότοκος κληρονομεί διπλάσιο μερίδιο.
Δεν ξέρω τι λέει ο νόμος.
Ξέρω τι μου είπε ο Θεός.
Γιατί να μην μπορεί ο πατέρας να δώσει την ευλογία στον μικρότερο;
Τα πρωτοτόκια μπορούν να μεταβιβαστούν
από τον έναν στον άλλον.
Ιακώβ, παιδί μου.
Μητέρα, έχεις δύο γιους.
Ο αδελφός μου ο Ησαύ βγήκε πρώτος από τη μήτρα σου.
Όταν ο πατέρας μας λέει την ιστορία μας,
ο Ησαύ δεν ακούει. Μόνο το κυνήγι σκέφτεται.
Τρέχει με τους Χετταίους.
Κοιμάται με τις πόρνες των θυγατέρων τους.
Αν μιλάς για τη θυγατέρα του Βηέρι, της Χετταίας,
είναι παντρεμένοι. Αυτό λες πορνεία;
Εσύ δεν θα μου το έκανες αυτό.
Εσύ δεν θα με άφηνες για να παντρευτείς Χετταία.
Αν το έκανες, ποιο το νόημα της ζωής μου;
Εσύ είσαι ο άνδρας των ποιμνίων και των σκηνών.
—Το πρωτοτόκια σου αξίζει. —Μητέρα...
Ο λαός μας πρέπει να επιζήσει και να δυναμώσει.
Χρειάζεται αρχηγό σαν τον Αβραάμ, με καλύτερα όπλα απ’ κάθε κυνηγό.
Το μυαλό του.
Δεν θέλω να ακούσω άλλα.
—Θεέ... —Μητέρα, όχι!
Ο Ησαύ είναι αδελφός μου.
Καλή βολή, ε;
Αν είχα ρίξει έτσι το πρωί,
τώρα θα μαγείρευα.
Κόκκινο στιφάδο.
Φακές;
—Με κρέας κατσίκας. —Καλύτερο το ψητό ζαρκάδι.
—Ή κουνέλι. —Αν έχεις κουνέλι.
Αδελφέ μικρέ.
—Τι; —Πεινάω.
Είναι μόνο φακές.
Ούτε λίγο κατσικίσιο κρέας.
Ούτε καν αλάτι.
Ανταλλαγή; Το μισό από το επόμενο ελάφι μου για λίγο μαγειρεμένο φαγητό.
Το φαγητό μου είναι στην κατσαρόλα, το ελάφι σου είναι έξω.
Τι θέλεις λοιπόν, μικρέ μου αδελφέ;
Τα πρωτοτόκια σου.
Τι είπες;
Κατά το Νόμο, το δικαίωμα του πρωτοτόκου ως ο μεγαλύτερος γιος.
Αυτό είναι όλο;
Άκουσέ με τώρα, Ιακώβ.
Θα μπορούσα να φάω πρόβατο ζωντανό.
Μίλα σοβαρά.
Θες ανταλλαγή; Θα σου δώσω κάτι αληθινό. Κοίτα.
Το χάλκινο μαχαίρι μου.
Ακόμα χρησιμοποιείς εκείνο το παλιό πέτρινο πράγμα. Πάρε αυτό, καλή ανταλλαγή.
Τα πρωτοτόκια σου.
Εντάξει. Παζαρεύεις σαν Ισραηλίτης.
Ορκίσου πρώτα.
Τι να τα κάνω τα πρωτοτόκια αν πεθαίνω από την πείνα;
Ο Θεός βλέπει. Ορκίζομαι. Ανταλλαγή.
Γιε μου,
πού είσαι;
Εδώ είμαι, πατέρα.
Εδώ είμαι.
Ησαύ.
Γέρασα. Πολύ.
Δεν ξέρω πότε θα πεθάνω,
αλλά ήρθε η ώρα να λάβεις την ευλογία.
Βγες στο χωράφι και φέρε μου θήραμα.
Κάνε μου ένα στιφάδο όπως το αγαπώ,
με μυρωδικά και αλάτι από τη Νεκρά Θάλασσα.
Φέρ' το για να φάω,
κι εγώ θα σου δώσω την ευλογία μου
ενώπιον του Θεού και του Νόμου.
Πήγαινε.
Είπα «όχι».
Άκουσέ με, Ιακώβ.
Όταν ευλογηθεί, θα είναι ο κληρονόμος και θα είναι πια αργά.
Ο χρόνος είναι ώριμος καρπός, και μόνο ένας καρπός υπάρχει στο δέντρο.
Ο Ησαύ είναι στον δρόμο. Πρέπει να βιαστούμε.
Φέρε μου τα δύο καλύτερα κατσίκια από το κοπάδι.
Θα τα ετοιμάσω όπως του αρέσει, με άγρια μυρωδικά, να μοιάζουν με θήραμα.
Ναι. Εσύ θα του τα πας. Και σε σένα θα δώσει την ευλογία.
Μα, μητέρα, πώς θα γίνω εγώ ο Ησαύ;
Είναι άντρας τριχωτός. Εγώ λείος.
Κι αν με αγγίξει; Θα δεχθώ την κατάρα του, όχι την ευλογία του.
Επάνω μου να πέσει η κατάρα.
Ο Θεός είναι στο πλευρό μου.
Πήγαινε.
Βάλε τα ρούχα του Ησαύ.
Βάλ' τα επάνω σου.
-Νυχτώνει. -Είσαι σχεδόν έτοιμος.
Ποιος είναι εκεί;
-Πατέρα. -Ποιος είναι;
Ιακώβ;
Εγώ είμαι, ο Ησαύ, ο πρωτότοκός σου.
Ετοίμασα το φαγητό σου.
Θήραμα.
Για την ευλογία, όπως ζήτησες.
Πάρε.
Πώς το βρήκες τόσο γρήγορα, παιδί μου;
Ο Θεός σου το έφερε στον δρόμο μου.
Έλα πιο κοντά.
Δώσε μου το χέρι σου.
Η φωνή σου είναι η φωνή του Ιακώβ.
Αλλά τα χέρια είναι τα χέρια του Ησαύ.
Εσύ είσαι ο γιος μου, ο Ησαύ;
Εγώ είμαι.
Έλα τώρα
και φίλησέ με.
Η οσμή του γιου μου είναι ως η οσμή του αγρού, τον οποίον εὐλόγησεν Κύριος.
Σήκω, παιδί μου,
και θα σου δώσω την ευλογία μου.
**"Ἐλθέτω ὁ Θεὸς καὶ δῴη σοι ἀπὸ τῆς δρόσου τοῦ οὐρανοῦ,
καὶ ἀπὸ τῆς πιότητος τῆς γῆς·"**
**"Καὶ πληθυσμὸν σίτου καὶ οἴνου· λαῷ σε δουλεύσουσιν."**
**"Καὶ προσκυνήσουσί σοι ἔθνη· γίνου κύριος τοῦ ἀδελφοῦ σου·"**
**"Καὶ προσκυνήσουσί σοι οἱ υἱοὶ τῆς μητρός σου."**
**"Καταραμένοι οἱ καταρωμένοι σε, καὶ εὐλογημένοι οἱ εὐλογοῦντές σε."**
Πατέρα;
Εγώ είμαι, πατέρα.
Ησαύ.
Ήρθα.
Ησαύ;
Φάε και δώσε μου την ευλογία σου.
Την ευλογία;
Μα... ήρθες ήδη.
Ο Ησαύ ήταν εδώ.
Μου έφερε φαγητό.
Όχι. Δεν ήμουν εγώ, πατέρα.
Τον ευλόγησα!
Τα χέρια του ήταν τα χέρια του Ησαύ!
Γύρισε πίσω. Δεν πρέπει να σε δει εδώ.
Ευλογήθηκε ενώπιον του Θεού και του Νόμου, και πρέπει να μείνει ευλογημένος.
Ευλόγησέ με κι εμένα, πατέρα.
Είναι αργά. Πολύ αργά.
Ιακώβ.
Ιακώβ!
-Πήγαινε στους βράχους. Περίμενέ με. -Ιακώβ!
Άφησέ τα. Θα σου τα φέρω εγώ.
No comments yet. Be the first to leave one.