The first 200 lines.
ΤΟ NETFLIX ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ
Πιες λίγο νερό, αγάπη μου. Θα σκάσεις απ' τη ζέστη.
Κουράστηκες; Έλα.
Έλα. Κάτσε να σου δώσω λίγο νεράκι.
Φυσικά, αγάπη μου. Για να δούμε.
Μομό;
Τι κάνεις εδώ;
Μομό;
Περίμενε!
Πού πας; Μομό!
Μομό!
Σταμάτα!
Μομό!
Άνοιξε την πόρτα!
Μομό, άνοιξε!
Μομό!
Λένε πως όλα είναι γραμμένα και πως δεν αλλάζει τίποτα.
Άνοιξε!
Εγώ θέλω να τ' αλλάξω όλα.
Θέλω να γυρίσω στην αρχή, όταν τίποτα δεν ήταν γραμμένο.
Η ΖΩΗ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΟΥ
ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ
Μπορούμε να δούμε εκεί πέρα;
Ναι, αλλά μην ξεμακρύνετε.
Στάσου! Γύρνα πίσω!
-Χτυπήσατε, Μαντάμ; -Το παλιόπαιδο!
Τα λέμε εκεί.
-Τι ωραία που είναι! -Τα λέμε.
-Καινούρια; -Κάτω τα κουλά σου!
-Τι θες; -Ψάχνω τον Ρούσπα.
-Γιατί; -Να κάνουμε συμφωνία.
-Ναι, θα κάνετε… -Θα κάνουμε!
Δες. Αξίζουν έναν σκασμό λεφτά. Είναι αντίκες.
Μαλακίες είναι.
Τράβα παίξε PlayStation.
Ρούσπα!
-Δεν είναι εδώ, είπα. -Άντε χέσου.
-Θες να πάθεις ζημιά; -Άσε με να μπω!
Όταν λέω όχι, είναι όχι!
Τράβα, μαλακιστήρι.
Μην ξανάρθεις.
Φύγε. Όχι τη μηχανή!
Παλιο… Μαλακισμένο!
Είμαι 12 ετών. Με λένε Μοχάμεντ, αλλά όλοι με φωνάζουν Μομό.
Είμαι ορφανός. Από μικρό, η Πρόνοια με ανέθεσε στον δόκτορα Κοέν.
Είχε ιατρείο στο σπίτι, πάντα γεμάτο ασθενείς.
Έλεγε να συμπεριφέρομαι σαν τα άλλα παιδιά,
για να μην έχω κακό τέλος.
Εγώ δεν θέλω να 'μαι σαν τους άλλους.
Μομό, πού ήσουν; Σ' έψαχνα παντού.
Κι αυτά εκεί τι είναι;
Τα κέρδισα.
Τυχερή μέρα. Κέρδισες κι αυτό.
Έπεσα απ' το ποδήλατο.
Θα ρωτήσω για τελευταία φορά. Τίνος είναι αυτά;
Δεν ξέρω.
Δεν θέλω κλοπιμαία στο σπίτι μου.
Αν δεν επανέλθει η μνήμη σου…
θα αναγκαστώ να σε καταγγείλω.
Θα πλήρωνα ένα νοίκι μ' εκείνα τα κηροπήγια. Κατάλαβες;
Σαράντα χρόνια στους δρόμους,
ποτέ δεν με χτύπησε κανείς ούτε με άφησε απλήρωτη. Ποτέ.
Και φτάνω στην ηλικία μου…
και μου τη φέρνει ένα σκασμένο.
Μαλακίες!
Πού είναι τ' αστείο, Μπαμπού;
Τι θα πουλήσουμε για το νοίκι;
Στάσου. Πεθαίνεις της πείνας, έτσι;
Θες ένα μπισκότο; Έλα, αγάπη μου.
Έλα.
Ποιος είναι τέτοια ώρα;
Γιόσιφ, άντε ν' ανοίξεις!
Ναι.
Μην ξεχάσεις να ρωτήσεις ποιος είναι προτού ανοίξεις.
Περίμενε, έρχομαι εγώ.
Μαντάμ Ρόζα, ο δρ Κοέν είναι.
-Ο δόκτωρ Κοέν τέτοια ώρα; -Ναι, αυτός είναι.
-Ρόζα. -Γεια.
Ήδη σε βλέπω ανήσυχη. Όχι, έχω καλά νέα.
Σου έφερα ένα δώρο.
-Πού τα βρήκες; -Ο κλέφτης μετανόησε.
Σωστά, Μομό;
Μ' έκανες να πέσω. Αν σ' έπιανα στα χέρια μου…
Πήγαινε στον Μπαμπού.
Σειρά σου.
Συγγνώμη.
Δεν σ' άκουσα!
Συγγνώμη!
"Συγγνώμη, Μαντάμ…"
Πού να ξέρω εγώ πώς σε λένε;
Τα παιδιά πάντα με φώναζαν "Μαντάμ Ρόζα".
Ζητώ συγγνώμη, Μαντάμ Ρόζα.
Δεν γίνεται δεκτή!
Ευχαριστώ για τα κηροπήγια. Πώς να σ' το ξεπληρώσω;
Θέλω μια χάρη.
Σ' ακούω.
Μα είσαι τρελός; Ούτε πεθαμένη!
-Μόνο για δυο τρεις εβδομάδες. -Όχι.
Έναν μήνα το πολύ.
Δεν το συζητώ καν.
Μέχρι να του βρω το κατάλληλο σπίτι.
Για να καταλάβω. Είσαι ο κηδεμόνας του. Εγώ τι δουλειά έχω;
Πιστεύω πως θα είναι καλύτερα εδώ μαζί σου.
Σοβαρά; Γιατί;
Ο μικρός χρειάζεται μια γυναικεία παρουσία.
Μα κάποια ζόρικη, που εμπνέει σεβασμό, σαν εσένα.
Εγώ δεν μπορώ άλλο.
Γέρασα.
Ενώ εγώ είμαι κοριτσάκι, έτσι;
Ο γιατρός μου είσαι.
Ξέρεις για την καρδιοπάθεια και τους πόνους μου.
-Μα σου ξαναλέω, μόνο μέχρι να… -Όχι!
Ο Μομό δεν είναι αυτό που νομίζεις.
Τον ξέρω καλά εγώ.
Μου τον ανέθεσαν μετά την τραγωδία.
Προσπάθησα, μα δεν βρήκα κανέναν να τον υιοθετήσει.
Ποια τραγωδία;
Πήγαινε δίπλα.
Έρχομαι αμέσως.
Όχι. Φτάνει πια.
Δεν μαζεύω άλλα παιδιά από πουτάνες.
Έχω φροντίσει πολλά κι έχω ρισκάρει πολύ τόσα χρόνια.
Μα οι καλντεριμιτζούδες αλληλοβοηθιούνται.
Καλύτερα εγώ παρά η Πρόνοια.
Μα γι' αυτό σου το ζητάω.
Ας τα συμφωνήσουμε.
Μα εσύ δεν είσαι πουτάνα.
Ήμουν σαφής. Τέλος.
-Κι ο Γιόσιφ; -Άσ' το αυτό.
Υποτίθεται πως θα έμενε μια βδομάδα, μα η μάνα του την έκανε.
Ευτυχώς, όμως, στέλνει χρήματα τακτικά.
-Αν είναι οικονομικό το ζήτημα… -Όχι, άσ' το.
Σ' αγαπώ πολύ και μου 'φερες τα κηροπήγιά μου.
Θα πληρώσω το νοίκι, μα τώρα ήρθε η ώρα να πηγαίνεις.
Εξακόσια ευρώ τον μήνα αρκούν;
Έχω ακόμη κάτι οικονομίες στην άκρη.
Άντε.
Τι;
Στάσου!
Ξέχασες τον κλέφτη!
Επτακόσια.
Επτακόσια πενήντα.
Δύο μήνες, ούτε μέρα παραπάνω.
-Δεν μένω εγώ με την πουτάνα! -Δεν σου επιτρέπω!
-Η Ρόζα είναι καλή γυναίκα. -Ε, μείνε εσύ μαζί της!
Μομό, ή μαζί της ή πίσω στην Πρόνοια.
Χέστηκα.
Πρόνοια!
Σου 'ρχομαι!
Μαλακιστήρι!
Αν μου μιλούσες εμένα έτσι, θα σου 'σπαγα τα δόντια.
Καθόμουν στο μπαρ και σ' άκουσα.
Σ' εσένα δεν θα μιλούσα έτσι, ιδίως αν μου δώσεις δουλειά.
Γιατί δεν μένεις με τη γριά;
Θα ξεφορτωθείς την Πρόνοια.
Αυτό θα βοηθούσε και στη δουλειά.
Με πιάνεις;
Όταν η γριά έπαψε να κάνει πεζοδρόμιο,
φρόντιζε τα παιδιά που της άφηναν άλλες πουτάνες για να βγάζει λίγα λεφτά.
Μεγάλωσε πολλά παιδιά.
Ένα έγινε διευθυντής αστυνομίας και την προστάτευε από επιθεωρήσεις.
Στη γειτονιά έλεγαν το σπίτι της "το καταφύγιο".
Εγώ το έλεγα…
"κωλοχανείο".
Θα είναι φρόνιμος.
Χρειάζεται μόνο λίγη πειθαρχία και στοργή.
Κατάλαβα, γιατρέ. Και τώρα δρόμο, προτού αλλάξω γνώμη.
Σήκω, σε παρακαλώ.
Σήκω απ' το κρεβάτι μου!
-Άσε με ήσυχο. -Σήκω!
Σταματήστε!
Σήκω πάνω!
Ποτέ με παπούτσια στο κρεβάτι.
Κι εσύ πάψε να χασομεράς και διάβασε τα εβραϊκά σου.
Θα σ' εξετάσω μετά.
Έλα μαζί μου εσύ. Θα σε βάλω αλλού.
Εδώ είμαστε.
Μα τι 'ναι αυτό;
Το δωμάτιό σου.
Μα είναι μια τρύπα!
Κάνα παλάτι περίμενες; Κάνε μου τη χάρη.
Τρύπα είναι.
Μαλάκα.
Άσε με! Μαντάμ!
Αρκετά!
Σταματήστε! Αρκετά, είπα!
Γιόσιφ, στο δωμάτιό σου! Κι εσύ, στην τρύπα σου.
Έλεος.
Δεν έχω φωτογραφίες της μαμάς μου,
μα θυμάμαι πράγματα για εκείνη.
Το χαμόγελό της, όταν μ' έβαζε να πατήσω στα πόδια της και χορεύαμε.
Της άρεσε πολύ να χορεύει.
Κάποτε, κατά λάθος, την έκανα να πέσει.
Μα εκείνη δεν θύμωσε.
Κυλιστήκαμε στο χαλί. Με πήρε στην αγκαλιά της και γελούσε.
Γελούσε πάρα πολύ.
Ήταν πανέμορφη.
Ξεκίνα μ' αυτά.
Εδώ έχει φούντα και μαύρο. Κάθε σακουλάκι είναι μία δόση.
Μη σε πιάσουν.
No comments yet. Be the first to leave one.