The first 200 lines.
Το χρώμα των παλιών πινάκων, με τα χρόνια, μπορεί να γίνει διάφανο.
Τότε, σε μερικούς πίνακες διακρίνονται τα πρωταρχικά σχέδια.
Ένα δέντρο, πίσω από ένα γυναικείο φόρεμα...
Ένας σκύλος, στη θέση ενός παιδιού...
Μία βάρκα, όχι πια στην ανοιχτή θάλασσα.
Ονομάζεται "πεντιμέντο".
Γιατί ο ζωγράφος μετάνιωσε, άλλαξε γνώμη.
Έχω γεράσει και θέλω να θυμάμαι.
Τι υπήρχε για μένα κάποτε
και τι υπάρχει τώρα.
Πάλι τίποτε, Ντας.
-Δεν προχωράει. -Βάλε ένα πουλόβερ και φέρε ουίσκι.
Ανάβω φωτιά και τρώμε. Μην ξεχάσεις τα τσιγάρα.
Δεν ήρθα εδώ για διαταγές, συμβουλές θέλω.
Είσαι επιτυχημένος συγγραφέας.
Δεν είσαι στρατηγός, Χάμετ, ούτε 'γώ φαντάρος σου!
Αν δε μπορείς να γράψεις, καλύτερα πιάσε καμιά δουλειά.
Γίνε σερβιτόρα...
Τι λες για πυροσβέστης; Θα είχες προοπτικές. Δεν είναι άσχημη ιδέα.
Σε κάποια μικρή πόλη... Θα είχες και καπέλο.
-Εγώ θα γινόμουν δήμαρχος. -Γιατί δήμαρχος εσύ;
Για να σε διορίσω, αν...
Έχω πρόβλημα με το έργο και αδιαφορείς;!
Επειδή σταμάτησες το γράψιμο δεν...
Άκου τι θα γίνει, Λίλλυ. Θα σε στείλω στο Παρίσι.
Δε θέλω να πάω.
Γιατί όχι; Είναι απίθανη πόλη.
Τελειώνεις το έργο, διασκεδάζεις, βλέπεις και τη φίλη σου Τζούλια.
Ξέρεις πως η Τζούλια δεν είναι στο Παρίσι.
Οπουδήποτε είναι.
Πήγαινε στην Ισπανία. Αν έχουν εμφύλιο, βόηθα κανένα να νικήσει.
-Είσαι καβγατζού. -Δεν είμαι, μη με λες έτσι.
-Λες και είμαι σκύλα που γαβγίζει. -Αυτό είσαι Λίλλυ!
Αλλά τόσο ονειροπαρμένη που περνιέσαι για ράτσα σαλονιού.
-Δε μπορώ να δουλέψω εδώ. -Μην επιμένεις τότε.
Άλλωστε δεν έχεις γράψει και ποτέ κάτι.
Δε θα λείψεις σε κανένα. Είναι ευκαιρία να κάνεις κάτι άλλο.
Εσύ με έπεισες να γράψω, Ντάσιελ.
Εσύ έλεγες "μην τα παρατάς, έχεις ταλέντο"
Μου φούσκωσες τα μυαλά μ'αυτές τις βλακείες.
-Κοίτα με τώρα. -Ανέβα σε κάνα βράχο να κλαφτείς.
Όχι μπροστά μου.
Αφού δε μπορείς εδώ, πήγαινε αλλού.
Παράτα τα, άνοιξε φαρμακείο.
Γίνε ανθρακορύχος.
Μόνο σταμάτα να κλαίγεσαι.
Γενικά εμπιστεύομαι τη μνήμη μου.
Ξέρω πότε η αλήθεια διαστρεβλώνεται από ένα δράμα ή τη φαντασία.
Αλλά είμαι απόλυτα σίγουρη για οτιδήποτε θυμάμαι από την..Τζούλια.
Καλή χρονιά, γιαγιά.
Καλή χρονιά, Τζούλια.
-Καλή χρονιά, παππού. -Μμμ;
Γιατί φάγαμε παγωτό ενδιάμεσα;
Διώχνει τη γεύση του ψαριού.
-Ποια είναι; -Η μητέρα μου.
- Α! -Μόλις παντρεύτηκε ξανά.
-Πού μένει; -Στη Σκωτία, σ'ένα φανταχτερό κάστρο.
-Έχεις πάει; -Μία φορά. -Πώς ήταν;
Γεμάτο φανταχτερούς ανθρώπους με φανταχτερούς τίτλους.
- Ποιοι ήταν; -Δε θυμάμαι, δε με ενδιέφεραν.
Όλοι πλούσιοι και διάσημοι. Ένα γεια μου είπαν και δεν τους θυμάμαι.
-Καλή χρονιά, Τζούλια. -Καλή χρονιά.
Είμαι... το Παρίσι.
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ.
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ ενός θερμού χορευτή.
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ ενός θερμού χορευτή...
κι ένας ρομαντικός Γάλλος μπαίνει στο δωμάτιο μου.
Και με κλέβει μέσα στην παριζιάνικη νύχτα.
Και με φέρνει στη βίλα του.
"Με φιλά και μου τάζει τον κόσμο όλο"
Tι έγινε;
- Εκστασιάστηκα! -Τι έγινε;
Θα πρέπει να μάθεις γαλλικά.
Eίμαι το Παρίσι.
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ.
Περίμενε λίγο...
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ ενός θερμού χορευτή.
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ ενός θερμού χορευτή και έξω...
είναι ο Ρενουάρ και ο Ντεγκά.
Είμαι το Παρίσι και είμαι χάντρινο κολιέ ενός θερμού χορευτή...
- Και έξω είναι... -Ο Ρενουάρ.
Ο Ρενουάρ και ο Ντεγκά...
και μέσα είναι σφιχτό και ζεστό.
Δε με νοιάζει!
-Καλή χρονιά, Τζούλια. -Καλή χρονιά, Λίλλυ.
Δε μπορώ να πω ότι χρησιμοποίησα ποτέ τις λέξεις...
ευγενικό ή επιβλητικό...
ή εκλεπτυσμένο.
Αλλά εκείνη τη νύχτα σκέφτηκα...
ότι ήταν το πιο ωραίο πρόσωπο που είχα δει ποτέ.
Ίσως κάπου αλλού να κατάφερνα να γράψω.
Ντας;
Αν πήγαινα στο Παρίσι...
Είσαι ξύπνιος;
Ντας, μήπως εξαιτίας μου δε γράφεις;
Όχι, Λίλλυ, αλλά εξαιτίας σου δε μπορώ να κοιμηθώ.
Και το Παρίσι; Η Ρώμη;
-Δε μ'ακούς! -Σ'ακούω!
Τι σου συμβαίνει;
Δε θέλω να'μαι εδώ με αυτούς!
- Τους μισώ! -Γιατί;
Με πήγαν στο Κάιρο.
Μου λέγαν πόσο ωραίο είναι αλλά δεν ήταν.
Είπα στον παππού:
Κοίτα τον κόσμο, πεινά, αρρωσταίνει. Γιατί δεν κάνουμε κάτι;
- Μου λέει "Μην τους κοιτάς" -Λέω "Μα είναι άρρωστοι"
Και λέει "Δεν τους αρρώστησα εγώ."
Και το Παρίσι; Η Ρώμη;
-Δε μ'ακούς! -Σ'ακούω!
Οι υπηρέτες της μητέρας μου μένουν σε τρώγλες.
18 άτομα σε 3 δωμάτια χωρίς παράθυρα, με μία τουαλέτα.
Είναι άδικο, άδικο, Λίλλυ.
Το καταλαβαίνεις;
Είχα νέα από την Οξφόρδη, την ιατρική σχολή.
-Με δέχτηκαν! -Πότε φεύγεις;
Τέλος καλοκαιριού.
- Οι επισκέπτες ν'αποβιβαστούν. -Ώρα να φεύγεις.
Πότε θα ξαναβρεθούμε; Θα περάσει καιρός...
Αλλιώς να σκέφτεσαι... ότι θα 'χουμε περισσότερα να πούμε.
-Σε παρακαλώ, να μου γράφεις. -Εννοείται.
Δούλεψε σκληρά, να μη διστάζεις. Να είσαι τολμηρή, μ'ακούς;
-Αντίο. -Αντίο
Δεν ξαναϊδωθήκαμε για πολύ καιρό,
μέχρι που την επισκέφτηκα στην Οξφόρδη.
Η ζωή κάποιων γυναικών συμβαδίζει απόλυτα με την ώρα
που εξασθενεί η ομορφιά του προσώπου τους
και η χάρη και δύναμη του σώματος τους.
Αυτό συνέβη εκείνη τη χρονιά στην Τζούλια.
-Έχεις πολλούς φίλους; -Όχι πολλούς.
-Πηγαίνεις στο θέατρο; -Δεν έχω χρόνο.
Μα πάντα πηγαίναμε στο θέατρο!
Όταν θα γράψεις το έργο σου, τότε θα πάω.
-Πώς πάει το γράψιμο; -Δουλεύω στον εκδοτικό οίκο.
Δε μπορώ να αφιερώσω πολύ χρόνο.
-Κανένα "αίσθημα"; -Όχι, εσύ;
Νομίζω πως βρήκα κάποιον.
-Εσύ; - Είχα μα δεν κράτησε.
Τι διαβάζεις τώρα;
Δαρβίνο, Ένγκελς, Χέγκελ, Αϊνστάιν.
-Κατανοείς τον Αϊνστάιν; -Βέβαια.
-Θα επιστρέψεις το άλλο καλοκαίρι; -Όχι, θα πάω στη Βιέννη.
Θα τελειώσω την ιατρική εκεί...
και μετά θα κάνω αίτηση για μεταπτυχιακό δίπλα στον Φρόυντ.
Μπορείς να το κάνεις αυτό; Ξέρω πως μπορείς αλλά...Χριστέ μου!
Έτσι πιστεύω. Νομίζω θα με δεχτεί.
Πρέπει να 'ρθεις στη Βιέννη. Μετά θα ξέρεις τι πρέπει να γράψεις.
Ο κόσμος αφυπνίζεται. Εργάτες που ήταν πάντα στο περιθώριο...
Έφτιαξαν δικιά τους συνοικία στο Φλόρισντορφ.
Έχουν δικιά τους ορχήστρα και την καλύτερη εφημερίδα της Βιέννης.
Λίλλυ, επιτέλους υπάρχει ελπίδα στον κόσμο.
Καταλαβαίνεις;
Ναι, φυσικά...
Όμως δεν καταλάβαινα.
Όχι, εντελώς. Ποιος άλλος καταλάβαινε...
Μου έγραφε που και που. Μπήκε στο πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Με τα χρόνια, αναφερόταν οργισμένα στην απειλή του φασισμού.
για τους Ναζί, τον Μουσολίνι και τον Χίτλερ.
Και το ολοκαύτωμα που προμηνυόταν.
Δεν καταλάβαινε γιατί ο κόσμος εθελοτυφλούσε.
Αποφάσισα ν'ακολουθήσω τη πρόταση του Χάμετ.
Να δοκιμάσω να συγγράψω κάπου αλλού.
Γύρισα στην Ευρώπη, στο Παρίσι.
Τζούλια; Είμαι η Λίλλιαν!
Εσύ είσαι; Ακούγεσαι διαφορετική.
Δεν το πιστεύω! Μετά από τόσο καιρό!
Δεν πήρες τα μηνύματα μου; Προσπαθώ βδομάδες να σε βρω.
Καλά είμαι, στο Παρίσι βρίσκομαι! Πότε θα σε δω;
Τελειώνω το έργο μου. Δεν πήρες το γράμμα μου;
Είσαι καλά;
Τι είναι δύσκολο;
Μ'ακούς;
Θα'ρθω στη Βιέννη.
Γιατί όχι;
Θες να βρεθούμε κάπου ενδιάμεσα;
Ναι, ξεν/χείο Γιάκομπ, θα περιμένω ωσότου έρθεις.
Είσαι καλά; Εμπρός;
Εργάτες εναντιωθείτε στους σοσιαλο-αστούς δημαγωγούς.
Αγαπητέ Ντας, θέλω να συγκεντρωθώ στο γράψιμο αλλά με πιάνει ναυτία.
Και ο μόνος λόγος για τη ναυτία μου είναι ο φόβος!
Κάτι κακό συμβαίνει εδώ, Ντας.
Τόσο τρομακτικό, που θα επηρεάσει τις ζωές μας...
Και όχι μόνο στο Παρίσι...
Τι θ'απογίνει η Τζούλια;
Σπουδάζει ακόμα στη Βιέννη.
Ένα, δύο, τρία...
Έπιασαν τους φίλους μας!
Όχι! Φύγετε! Φύγετε!
Καθάρματα! Φύγετε!
Τζούλια!
Ταραχές στη Βιέννη, οπλισμένοι εργάτες εναντίον στρατού. 200 νεκροί.
Τηλέφωνο, δεσποινίς!
Από Βιέννη.
Τι συνέβη;
Θεέ μου! Πόσο σοβαρό είναι;
Φυσικά και θα'ρθω, πείτε το της!
Πού ακριβώς;
Δεσποινίς.
Η φίλη σας.
Καλύτερα να φύγετε
Δεσποινίς!
No comments yet. Be the first to leave one.