The first 200 lines.
Δεν ξέρω αν η ιστορία που θα σας πω είναι αληθινή.
Κάποιοι μιλούν για φήμες, αλλά τίποτα δεν είναι σίγουρο.
Πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.
Θα σας διηγηθώ τα γεγονότα που συνέβησαν στο χωριό μας.
Ίσως μπορέσουν να ξεκαθαρίσουν το τι συνέβη.
Όλα ξεκίνησαν από το ατύχημα του γιατρού.
Μετά την επίσκεψή του στο Βαρώνο, γύριζε σπίτι...
Για να δει αν τον περίμεναν ασθενείς.
Στον κήπο, το άλογό του σκόνταψε σ' ένα σύρμα...
Δεμένο σε 2 δέντρα.
Τον είδε η κόρη του απ' το παράθυρο..
Έτρεξε στους γείτονες να φέρει βοήθεια...
Ώστε να μεταφερθεί ο γιατρός 30 χλμ μακριά, σε νοσοκομείο.
Η γειτόνισσα, εργένισσα 40άρα, ήταν η μαία του χωριού.
Μετά το θάνατο της γυναίκας του γιατρού,
έγινε πολύτιμη βοηθός και γραμματέας του.
Αφού φρόντισε τα παιδιά του γιατρού,
πήγε να φέρει τον γιο της απ' το σχολείο.
Είδες την Άννα; - Δε χαιρετάς;
Κα Βάγκνερ, συχωρέστε τον. - Γεια σου Κλάρα.
Ο Μάρτιν ξέχασε τους τρόπους του.
Πως είναι γιατρός; - Δεν είναι καλά.
Θα μείνει στο νοσοκομείο; - Δεν ξέρω.
Θα βοηθήσουμε την Άννα. - Ωραία.
Σου άρεσε η χορωδία; - Δείξε πόσο καλά τραγουδάς.
Αντίο δάσκαλε. - Αντίο.
Ο τελευταίος είναι κότα!
Αν θυμάμαι καλά,
μου φάνηκε πως τα παιδιά γύρω απ' την Κλάρα,
αντί να γυρίσουν κατευθείαν σπίτια τους,
πήγαν στην έξοδο του χωριού.
Να σου φτιάξω ζωάκια, όπως προχθές.
Θέλεις;
Θα τα ζωγραφίσουμε μαζί.
Ή να τα φτιάξουμε απ' το ωραίο πασχαλιάτικο χαρτόνι;
Έλα τώρα...
Θα ετοιμάσω φαγητό. - Κι αν δεν ξαναγυρίσει;
Τι; Μα τι λες!
Μην είσαι χαζούλης! Θα γίνει καλά!
Θυμάσαι πέρσι το χειμώνα;
Ήσουν πολύ άρρωστος. Και μετά...
Γεια σου Άννα. - Πως είσαι;
Θέλεις βοήθεια;
Τι είπε ο γιατρός για το σύρμα;
Δεν μπόρεσε να μιλήσει. Φορούσε κολάρο στο λαιμό.
Ρώτησα την κόρη του, δεν έχει ιδέα.
Από κει περνά συνέχεια. - Το' δες το σύρμα;
Είναι λεπτό αλλά γερό. Σχεδόν αόρατο.
Συγνώμη. Παίζετε καλύτερα από μένα.
Απλά συγκεντρώσου. Θα βοηθήσει και τους δυο μας.
Παίζετε πολύ καλά. Δεν είμαι ο Σοπέν.
Έχει παίξει ο Σοπέν Σούμπερτ; Πάμε πάλι.
Καλέ μου, αν θες, έλα να γυρνάς τις σελίδες.
Αν βαριέσαι, φύγε. Με εκνευρίζει να τριγυρνάς εδώ.
Τι ώρα είναι; Που είν' η νταντά;
Μάλλον με τα δίδυμα. Είναι 8.40.
Πολύ αργά για αυτόν! Έκανε τα μαθήματά του;
Μάλιστα.
Θα γυρνάς σελίδες ή όχι; - Ναι.
Έλα!
Πάμε απ' την αρχή. Να μελετήσουμε.
Θα βάλω τα δυνατά μου Βαρώνη.
Μέτρο 9.
Συχώρα μας πατέρα. - Συχώρα μας.
Κανείς μας δεν έφαγε απόψε.
Όταν νύχτωσε και δεν είχατε γυρίσει,
η μάνα σας, σας έψαχνε στο χωριό κλαίγοντας.
Πως μπορούσαμε να φάμε αφού ανησυχούσαμε;
Και πως να φάμε τώρα ακούγοντας τα ψέματά σας;
Δεν ξέρω τι είναι χειρότερο. Το ότι φύγατε ή ότι ήρθατε.
Όλοι θα κοιμηθούμε νηστικοί απόψε.
Σίγουρα συμφωνείτε πως δεν πρέπει να μείνετε ατιμώρητοι.
Αύριο την ίδια ώρα, θα φάτε 10 ραβδιές ο καθένας.
Μέχρι τότε, σκεφτείτε την πράξη σας.
Συμφωνείτε όλοι; - Ναι πατέρα.
Ωραία. Και τώρα, ύπνος.
Μη μ' αγγίξετε!
Η μάνα σας κι εγώ θα μείνουμε άγρυπνοι.
Θα πονέσω πιο πολύ από σας όταν θα σας δέρνω.
Αφήστε μας και πηγαίνετε για ύπνο.
Όταν ήσουν μικρός,
η μάνα σου σου έδενε μια λευκή κορδέλα στο μπράτσο.
Το λευκό συμβολίζει αγνότητα και αθωότητα.
Νόμιζα πως τώρα πια δεν χρειαζόσουν τέτοιες 'υπενθυμίσεις'.
Έκανα λάθος.
Μετά τον εξαγνισμό της τιμωρίας σου,
Θα ξαναφορέσεις την κορδέλα.
Μέχρι να σε εμπιστευτούμε ξανά.
Που είναι το σύρμα;
Ποιος το' βγαλε; - Δεν ξέρω.
Δεν ήσουν εδώ;
Ήσουν με τον πατέρα σου; - Όχι.
Που ήσουν; - Σχολείο.
Όταν γύρισες, ήταν εδώ το σύρμα; - Δεν κοίταξα.
Πότε γυρίσατε; - Το μεσημέρι.
Μαγείρεψα στα παιδιά του γιατρού.
Βοηθάω από τότε που έχασε τη γυναίκα του.
Από πότε; - Εδώ και 5 χρόνια.
Είμαι μαία. Συνεργαζόμαστε.
Και δεν είδες τίποτα; - Όχι.
Πόσο καιρό ήταν εδώ το σύρμα; - Δεν ξέρω.
Μα κανείς δεν είδε τίποτα;
Δεμένο σε 2 δέντρα κι εξαφανίστηκε! Έτσι;
Μαμά! - Τι είναι;
Η επόμενη μέρα του ατυχήματος, δεν έλυσε την υπόθεση.
Τότε, ένα δεύτερο ατύχημα, τραγικότερο,
τους έκανε όλους να ξεχάσουν το πρώτο.
Η γυναίκα ενός αγρότη του Βαρόνου, πέθανε ενώ εργαζόταν.
Είχε τραυματισμένο μπράτσο και δεν έκανε βαριά δουλειά.
Της έδωσαν ελαφρύτερη δουλειά στον αχυρώνα.
Περάστε έξω! Δεν τελείωσα.
Φύγε.
Την ίδια μέρα, είχα μια περίεργη συνάντηση.
Ο καιρός ήταν ζεστός κι αποφάσισα να ψαρέψω πέστροφες.
Ο Βαρώνος μου επέτρεπε να ψαρεύω εκεί.
Μάρτιν!
Μάρτιν, πρόσεχε!
Τρελάθηκες; Θες να σκοτωθείς;
Γεια σας κύριε. - Τι έπαθες; Μίλα!
Είναι πολύ ψηλά! Δε μ' άκουσες που σε φώναζα;
Σας άκουσα. - Και;
Λοιπόν;
Ήθελες να με εντυπωσιάσεις;
Άρα... - Παρακαλούσα το Θεό να πεθάνω.
Δε μ'αφησε όμως, άρα είμαι καλός.
Τι λες; - Δε θέλει να πεθάνω.
Ποιος δε θέλει να πεθάνεις; - Ο Θεός.
Γιατί να θέλει ο Θεός να πεθάνεις;
Υποσχέσου πως δε θα το ξανακάνεις!
Κοίτα με! Υποσχέσου!
Δε μ' εμπιστεύεσαι. ε; - Σας εμπιστεύομαι.
Ωραία. Γύρνα σπίτι.
Αύριο θα μιλήσω στον μπαμπά σου. - Όχι, σας παρακαλώ!
Προσοχή, είναι σάπιο.
Ποιος την έστειλε εδώ πάνω; - Δεν ξέρω.
Μαζεύαμε άχυρα. 'Επεσε μέσα.
Το είδες; - Όχι αμέσως.
Ξέρετε πως είναι. Βάζουν εδώ τους αδύναμους εργάτες.
Ποιος την έβαλε;
Μετά τη συνάντηση με τον Μάρτιν,
ήταν που πρωτογνώρισα την Εύα.
Καλημέρα! Συγνώμη...
Εσείς δεν είστε η νταντά της έπαυλης;
Γιατί; - Είστε απ΄το Τρέγκλιτζ.
Ποιος το λέει; - Οι ντόπιοι.
Και; - Τίποτα...
Δεν ξέρω...
Είμαι ο δάσκαλος του χωριού. Σκέφτηκα πως...
Όταν σας είδα, σκέφτηκα....
Είμαι γιος του ράφτη απ' το Βάζεντορφ.
Το ξέρω. - Τι;
Μου το' πε η Βαρώνη. - Τι;
Πως είστε απ' το διπλανό χωριό μου.
Μάλιστα...
Σκέφτηκα πως ίσως... πηγαίνετε εκεί.
Που; - Στο Τρέγκλιτζ.
Ναι; - Εκεί πάτε;
Ναι. - Σκέφτηκα...
αφού πάτε εκεί, μήπως μπορείτε...
να δώσετε στον πατέρα μου αυτά τα ψάρια;
Τι; - Θα του άρεσαν.
Ειδικά το Σαββατοκύριακο.
Πως... - Δεν ξέρω...
Δυστυχώς, δεν έχω σακούλα.
Ούτε εγώ. Δυστυχώς.
Να τα βάλουμε στο ποδήλατο;
Έτσι, όπως είναι;
Δεν είναι καλή ιδέα. - Σωστά.
Δικό σας είναι το ποδήλατο; - Όχι, της έπαυλης.
Είναι το πρώτο σας ρεπό;
Θα χαίρεστε που πάτε σπίτι.
Το φαντάζομαι.
Έχω πολύ δρόμο να κάνω.
Λοιπόν... στο επανειδείν.
Αν δείτε τον πατέρα μου, χαιρετήστε τον εκ μέρους μου.
Δεν τον ξέρω. - Σωστά.
Πρώτη φορά κάνω ποδήλατο. - Τα πάτε καλά!
Να προσέχετε!
Τι έπαθε εκείνη η κυρία; - Ποια κυρία;
Κατάλαβα. Πέθανε.
Τι είν' αυτό; - Ποιο;
Το "πέθανε'. - Τι είναι το "πέθανε";
Καλή ερώτηση.
Σημαίνει πως κάποιος σταμάτησε να ζει.
Και πότε συμβαίνει αυτό;
Όταν κάποιος είναι πολύ γέρος ή πολύ άρρωστος.
Και η κυρία; - Είχε ένα ατύχημα.
Ατύχημα; - Όπως όταν χτυπάς πολύ.
Όπως ο μπαμπάς; - Ναι, αλλά πολύ χειρότερα.
Τόσο που το σώμα δεν αντέχει άλλο.
Και τότε, πεθαίνεις;
Αλλά οι περισσότεροι δεν παθαίνουν ατύχημα.
Δεν πεθαίνουν. - Πεθαίνουν πολύ αργότερα.
Πότε;
Αργότερα...όταν είναι γέροι.
Όλοι μας πεθαίνουμε;
Σίγουρα όλοι; - Ναι, έτσι πρέπει.
Όχι όμως εσύ, Άννα! - Κι εγώ. Όλοι μας.
Όχι όμως ο μπαμπάς! - Και ο μπαμπάς.
Κι εγώ; - Ναι, αλλά πολύ πολύ αργότερα.
No comments yet. Be the first to leave one.